back | print

Κατεχόμενα: Αυτοψία στον τόπο του εγκλήματος


Δύο εθελοντές δάσκαλοι, ο Ελλαδίτης Γρηγόρης Κουκότσικος και η σύζυγός του Αλεξάνδρα, κάνουν θαύματαΟι εγκλωβισμένοι, όπως μάθαμε να λέμε τους σκλαβωμένους της Καρπασίας, υποχρεωτικά έχουν προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του καθεστώτος

Σε δύο εβδομάδες συμπληρώνονται 26 ολόκληρα χρόνια από την τουρκική εισβολή και το κατεχόμενο μέρος της Κύπρου έχει γίνει τουρκική επαρχία. Παντού υπάρχουν αγάλματα του Ατατούρκ και κόκκινες σημαίες με την ημισέληνο. Τηρουμένων των αναλογιών, στην κατεχόμενη Κύπρο ίσως να υπάρχουν οι περισσότερες ανηρτημένες σημαίες από κάθε άλλο μέρος του κόσμου. Εκείνο που κάνει εντύπωση είναι οι τουρκικές επιγραφές. Δεν έχει διασωθεί ούτε μία πινακίδα, έστω και σε ένα ερειπωμένο κατάστημα, που να θυμίζει το παρελθόν. Σε όλες τις πόλεις, τα χωριά, τα βουνά, τους ποταμούς και τις τοποθεσίες που εδώ και χιλιάδες χρόνια έχουν ονόματα ελληνικά, δόθηκαν τουρκικές ονομασίες. Παρ' όλ’ αυτά η φυσιογνωμία του χώρου παραμένει αναλλοίωτη. Με εξαίρεση τα βόρεια προάστια της Λευκωσίας, την παραλιακή περιοχή της Κερύνειας και την περιοχή βόρεια της Αμμοχώστου, που έχουν αναπτυχθεί οικιστικά, τα υπόλοιπα μέρη της Κύπρου είναι όπως τα εγκαταλείψαμε το 1974. Η επίσκεψή μου στα κατεχόμενα έγινε με δική μου πρωτοβουλία. Ζήτησα από το καθεστώς, μέσω των Ηνωμένων Εθνών, να μου επιτραπεί να κάνω μια μεγάλη περιοδεία στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου, για να μιλήσω με πολιτικούς και με κόσμο, για να μπορέσω να αντιληφθώ πώς σκέφτονται αυτοί οι άνθρωποι που ζουν ξεκομμένοι στον βορρά τα τελευταία 26 χρόνια. Επισκέφθηκα τη Λευκωσία, την Αμμόχωστο, την Καρπασία, τη Μόρφου και την Κερύνεια. Αυτή ήταν η πρώτη μου επαφή με την κατεχόμενη Κύπρο. Ως δημοσιογράφος είχα και στο παρελθόν την ευκαιρία να επισκεφθώ τα κατεχόμενα, αλλά το αρνήθηκα. Δεν αισθανόμουν άνετα να μπω σε μια διαδικασία έγκρισης αίτησης με τους εκπροσώπους του τουρκικού στρατού, για να μου επιτραπεί να μεταβώ ως περιηγητής στον δικό μου τόπο. Φέτος μπήκα στον πειρασμό να το επιχειρήσω. Ηταν μια πρόκληση για μένα να γνωρίσω αυτό το καθεστώς, που μέχρι σήμερα το περιέγραφα από απόσταση.

 

Το πρώτο σοκ

 

Στο οδόφραγμα του «Λήδρα Πάλας», περιμένοντας να ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις, έζησα την πρώτη εμπειρία. Ενα προπολεμικό λεωφορείο, σωστό σαράβαλο, προσέγγισε το οδόφραγμα από την πλευρά των κατεχομένων. Στην πινακίδα του έγραφε «Ντίπκαρπας», όπως μετονόμασαν οι Τούρκοι το Ριζοκάρπασο. Ο Τούρκος οδηγός σταμάτησε και άρχισαν να αποβιβάζονται οι επιβάτες. Ηταν καμιά 30αριά πιτσιρικάδες που φορούσαν μαθητικές στολές. Στην αρχή νόμισα πως ήταν Tουρκάκια και τα έφεραν εκδρομή για να δουν το οδόφραγμα. Yστερα, όταν τα άκουσα να φωνάζουν «κυρία, κυρία», κατάλαβα ότι επρόκειτο για τα σκλαβωμένα παιδιά της Καρπασίας, τα οποία ταξίδεψαν για δυόμισι ώρες μ' αυτό το σαράβαλο για να επισκεφθούν για μια μέρα τις ελεύθερες περιοχές. Με πρόσωπα τρομαγμένα στάθηκαν στη γραμμή, ενώ ένας αστυνομικός του ψευδοκράτους άρχισε να τους μετρά. Σηκώθηκα από το παγκάκι και δοκίμασα να καταγράψω κάποιες στιγμές στη βιντεοκάμερα που είχα μαζί μου. Τότε, επενέβη ο αστυνομικός που ήταν εκεί και έβαλε το χέρι του μπροστά στο φακό. «Απαγορεύεται!», μου είπε στα ελληνικά. Απαγορεύεται, λοιπόν, να πάρω μερικές σκηνές από αυτά τα παιδιά. Τότε τι επιτρέπεται να δω και τι σόι δημοσιογραφική αποστολή μπορεί να είναι αυτή με τέτοιους όρους; Προς στιγμήν σκέφτηκα να τα παρατήσω και να γυρίσω πίσω, αλλά τελικά αποφάσισα να συνεχίσω την προσπάθεια. Αν δεν μπορέσω να δω αυτό που θέλω, τουλάχιστον θα γνωρίσω αυτό καθ’ αυτό το καθεστώς. Τα ίδια αυτά παιδιά τα συνάντησα την επόμενη μέρα στο σχολείο τους στο Ριζοκάρπασο. Πήγα εκεί με ένα μισθωμένο ταξί, συνοδεία μιας κοπελίτσας που σπούδασε ελληνική φιλολογία και γλώσσα στην Aγκυρα και σήμερα εργάζεται στο λεγόμενο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών του ψευδοκράτους. Κάνοντας τη διαδρομή από τη Λευκωσία προς την Αμμόχωστο, ειλικρινά διερωτήθηκα μήπως υπερβάλλουμε όταν μιλάμε για τις ομορφιές των κατεχόμενων περιοχών. Η πεδιάδα της Μεσαορίας είναι κατάξερη λόγω και της παρατεταμένης ανομβρίας. Τα περισσότερα χωριά είναι μισοεγκαταλελειμμένα και το τοπίο γενικά αφιλόξενο. Οταν, όμως, φτάσαμε στην Αμμόχωστο και πήραμε τον δρόμο προς τη χερσόνησο της Καρπασίας, το σκηνικό άλλαξε εντελώς. Η θάλασσα υπέροχη, η βλάστηση πυκνή και η φυσιογνωμία του χώρου γνώριμα κυπριακή.

 

Οι σκλαβωμένοι της Καρπασίας

 

Μόλις φτάσαμε στο Ριζοκάρπασο μας παρέλαβε ένας αστυνομικός του καθεστώτος. Ηταν ειδοποιημένος για την άφιξή μας και μας περίμενε στο καφενείο των Ελληνοκυπρίων. Ο παπάς του χωριού και μερικοί άλλοι συγχωριανοί κάθονται εκεί και περιμένουν την αποστολή των Ηνωμένων Εθνών που θα τους φέρει τρόφιμα. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου βρίσκονται τα καφενεία των εποίκων. Είναι περιουσία της εκκλησίας, η οποία δεσπόζει επιβλητικά στο κέντρο του χωριού. Ο μπάτσος του καθεστώτος αναλαμβάνει να μας οδηγήσει στο σχολείο. Είναι ένα επιβλητικό νεοκλασικό κτίριο, κτισμένο σε ένα λόφο και περιστοιχισμένο από πευκόφυτο δάσος. Κάποτε φιλοξενούσε εκατοντάδες παιδιά. Τώρα υπάρχουν όλα κι όλα καμιά τριανταριά παιδιά, τα περισσότερα μέλη πολύτεκνων οικογενειών.

 

Δύο εθελοντές δάσκαλοι, ο Ελλαδίτης Γρηγόρης Κουκότσικος και η σύζυγός του Αλεξάνδρα, κάνουν θαύματα. Οι γονείς της Αλεξάνδρας είναι εγκλωβισμένοι και τώρα ζουν όλοι μαζί στο Ριζοκάρπασο. Η παρουσία των νεαρών δασκάλων στο χωριό έδωσε νέα πνοή στην εκπαίδευση των σκλαβωμένων μαθητών. Το σχολείο λειτουργεί και τα απογεύματα, οπότε οι μαθητές συμμετέχουν σε διάφορες δραστηριότητες. Συχνά διοργανώνονται γιορτές και προσκαλούνται οι γονείς, καθώς και οι... «τοπικές αρχές» του Ριζοκαρπάσου. «Αυτό μπορεί να ακούγεται άσχημα, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να λειτουργήσει απρόσκοπτα το σχολείο», μου λέει ο δάσκαλος. Είτε θα πρέπει να υπάρξει συνεργασία με το καθεστώς είτε το σχολείο θα πρέπει να κλείσει. Κι εκείνο που προέχει είναι με κάθε θυσία να διατηρηθεί η ελληνική συνείδηση των παιδιών. Διαφορετικά κινδυνεύουν να γίνουν Tουρκάκια. Σήμερα τα παιδιά των εγκλωβισμένων μαθαίνουν τουλάχιστον ελληνικά. Το σχολείο έχει επιδιορθωθεί με έξοδα της Κυπριακής Δημοκρατίας και έχει εξοπλιστεί κατάλληλα. Οταν μπήκαμε στην τάξη ήταν η ώρα των Mαθηματικών. Τα παιδιά μόλις μας είδαν σηκώθηκαν όρθια και είπαν όλα με μια φωνή «Καλωσορίσατε». Φορούσαν όλα στολή και είχαν κοντά μαλλιά. Η συμπεριφορά και η εμφάνισή τους θύμιζε περισσότερο μαθητές του 1960 και όχι του 2000.

 

Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια το καθεστώς έχει χαλαρώσει κάπως τα μέτρα και είναι πιο συνεργάσιμο στον τομέα της εκπαίδευσης στα κατεχόμενα. Αυτό, όμως, που έδωσε νέο αέρα στο σχολείο είναι η παρουσία των δύο νεαρών δασκάλων. Το εκπαιδευτικό επίτευγμα που πραγματοποιείται σήμερα στην Καρπασία χρησιμοποιείται από το καθεστώς για να καταδείξει ότι σέβεται τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων που ζουν εκεί. Στην ουσία, όμως, η χαλάρωση των μέτρων δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, σε σχέση με τη διατήρηση του ελληνικού στοιχείου στην Καρπασία. Διότι αυτά τα παιδιά είτε θα πάνε στο Γυμνάσιο στις ελεύθερες περιοχές, οπότε θα τους απαγορευτεί η επιστροφή στην Καρπασία, είτε θα παραμείνουν στο χωριό τους, θα γίνουν αργόσχολοι θαμώνες των καφενείων και θα ζουν από τη βοήθεια που θα τους αποστέλλεται από την κυβέρνηση. Σκλάβοι στον τόπο τους Σκοπός της επίσκεψής μου στην Καρπασία ήταν να συναντηθώ με τους ανθρώπους που ζουν εκεί, να επισκεφθώ τα παιδιά στα σπίτια τους και να συζητήσω μαζί τους. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ήταν δυνατό να γίνει. Ο αστυνομικός που μας συνόδευε ανέλαβε ο ίδιος να μας πάει σε συγκεκριμένα σπίτια Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι προφανώς έχουν μια πιο θετική συνεργασία με το καθεστώς. Τι να πεις, όμως, και τι να συζητήσεις, παρουσία του εκπροσώπου ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος; Παρόλο που η γλώσσα των ανθρώπων ήταν δεμένη, εξέφραζαν όλοι το μεγάλο παράπονο ότι δεν επιτρέπεται στους συγγενείς τους να τους επισκεφθούν. Τα παιδιά τους που σπουδάζουν στο εξωτερικό δεν μπορούν να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές με τους γονείς τους και πρέπει να πηγαίνουν οι ίδιοι στις ελεύθερες περιοχές για να τους βλέπουν. Περισσότερο δύσκολες είναι οι περιπτώσεις αυτών που έχουν παιδιά στο εξωτερικό και δεν έχουν σπίτια στις ελεύθερες περιοχές. Ταξιδεύουν από την Αυστραλία στην Κύπρο για να δουν τους γονείς τους και τους δίνεται άδεια διανυκτέρευσης στα πατρικά τους σπίτια μόνο για τρία βράδια. Yστερα από 26 χρόνια συμβίωσης με τους εποίκους από την Τουρκία ήταν επόμενο να αναπτυχθούν σχέσεις μεταξύ των Ελληνοκυπρίων και των εποίκων από την Τουρκία.

 

Οι εγκλωβισμένοι δίνουν από τη βοήθεια που παίρνουν από την κυβέρνηση στους γείτονές τους κι εκείνοι τους βοηθούν στις γεωργικές εργασίες. Αυτή, όμως, η ανθρώπινη συμπεριφορά σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί τη σχέση μεταξύ κατακτητή και σκλάβου. Τα πρώτα χρόνια μετά την εισβολή, όταν οι Ελληνοκύπριοι ήταν πλειονότητα, τα παιδιά των εποίκων μάθαιναν ελληνικά. Τώρα, τα πράγματα έχουν αντιστραφεί. Τα παιδιά των Ελληνοκυπρίων μαθαίνουν τουρκικά, ενώ και οι γονείς τους κατανοούν πλέον την τουρκική γλώσσα. Οι εγκλωβισμένοι, όπως μάθαμε να λέμε τους σκλαβωμένους της Καρπασίας, υποχρεωτικά έχουν προσαρμοστεί στις απαιτήσεις του καθεστώτος. Εχουν πολιτική ταυτότητα του ψευδοκράτους, έχουν εγγράψει τα αυτοκίνητά τους στις αρχές του καθεστώτος και συμμορφώνονται προς τις υποδείξεις των «οργάνων ασφαλείας». Με μία μόνο επίσκεψή μου στην Καρπασία, και μάλιστα με τόσους περιορισμούς στις κινήσεις μου, δεν μπορώ να πω ότι έχω σχηματίσει πλήρη εικόνα για τις συνθήκες διαβίωσης των εγκλωβισμένων. Ενιωσα, όμως, έντονο το αίσθημα καταπίεσης που βαραίνει τους περίπου 200 σκλαβωμένους Ελληνοκυπρίους που ζουν εκεί. Το 1975 υπήρχαν στα κατεχόμενα 17.000 εγκλωβισμένοι, αλλά ύστερα από την εφαρμογή ενός σχεδίου εθνικού ξεκαθαρίσματος έμειναν 200 ψυχές, στη μεγάλη πλειονότητά τους ηλικιωμένοι. Αυτοί και μόνον οι αριθμοί είναι αρκετοί για να καταδείξουν τη ρατσιστική πολιτική του καθεστώτος προς τους Ελληνοκυπρίους.

 

Μίζερη η Μόρφου

 

Η μόνη περίπτωση που είχα άμεση επαφή με Τουρκοκυπρίους ήταν στην κωμόπολη της Μόρφου, όπου ζουν άνθρωποι που μετακινήθηκαν από την Πάφο και τη Λεμεσό. Μπήκα τυχαία σε ένα καφενείο, όπου συνάντησα καμιά 20αριά Τουρκοκυπρίους να παίζουν τάβλι και χαρτιά. Μιλούσαν σχεδόν όλοι ελληνικά. Παραπονιούνται για το ότι η ζωή είναι ακριβή και νοσταλγούν την Πάφο. Θέλουν διακαώς μία λύση, νοσταλγούν τα χωριά τους, αλλά δεν έχουν ξεκάθαρη άποψη για τη σχέση τους με τις περιουσίες των Ελληνοκυπρίων που κατέχουν. Στη Μόρφου, εάν κατεβούν οι σημαίες, γκρεμιστούν τα αγάλματα του Ατατούρκ και αφαιρεθούν οι τουρκικές πινακίδες από τα καταστήματα, θα επανέλθουν όλα όπως τα άφησαν οι Ελληνοκύπριοι προτού εκδιωχθούν από τα σπίτια τους. Δεν έχουν κτιστεί σχεδόν καθόλου καινούργια κτίρια. Δεν υπάρχουν πολυκατοικίες και οι μονοκατοικίες με τις αυλές και τους κήπους έχουν να δουν μπογιά από το 1974. Οι πορτοκαλεώνες της Μόρφου, που ήταν κάποτε πηγή πλούτου για την κωμόπολη, τώρα έχουν σχεδόν όλοι ξεραθεί. Στο μεγάλο Γυμνάσιο της πόλης η αυλή είναι γεμάτη Tουρκάκια. Παραδίπλα ένα μεγάλο πάρκο που δημιουργήθηκε λίγο πριν από το 1974 ονομάστηκε πάρκο Ατατούρκ. Ο αστυνομικός σταθμός είναι εκεί φορτωμένος με τουρκικές σημαίες. Η μητρόπολη μετατράπηκε σε μουσείο, όπου εκτίθενται ταριχευμένα πτηνά και μερικά αρχαία αγγεία. Και δίπλα είναι η εκκλησία του Αγίου Μάμα, την οποία μετέτρεψαν σε μουσείο βυζαντινών εικόνων. Ενα ζεύγος τουρίστες κοιτάνε τα αρχαία και αργότερα θαυμάζουν τις βυζαντινές εικόνες. Ισως να έχουν την εντύπωση ότι το καθεστώς διασώζει τον πολιτισμό των κατεχομένων. Προφανώς δεν γνωρίζουν ότι οι πιο αξιόλογες από τις εικόνες του Αγίου Μάμα έχουν κλαπεί και αντικατασταθεί με άλλες που δεν έχουν καμία αρχαιολογική αξία. Ούτε θα είναι ενήμεροι για το ότι στην κατεχόμενη Κύπρο έχουν συνολικά λεηλατηθεί και καταστραφεί 600 εκκλησίες.

 

Αχ, Κερύνεια!

 

Εκανα για πρώτη φορά στη ζωή μου τη διαδρομή από τη Μόρφου προς την Κερύνεια, μέσω του δάσους του Διόριους. Η περιοχή είναι μαγευτική. Ο δρόμος ανηφορίζει μέσα από τις πλαγιές του δυτικού άκρου του Πενταδάκτυλου και κατηφορίζει προς τα βόρεια παράλια του νησιού και μας οδηγεί στην καταγάλανη θάλασσα της Κερύνειας. Μόνο όταν αντίκρισα τα βόρεια παράλια της Κύπρου κατάλαβα γιατί όσοι έκαναν τα καλοκαιρινά τους μπάνια στην Κερύνεια αρνούνται να κολυμπήσουν στις νότιες παραλίες. Στα δεξιά του δρόμου βρίσκεται η κωμόπολη της Λαπήθου. Είχα ακούσει πολλά για την ομορφιά της Λαπήθου. Aλλο όμως να σου το λένε κι άλλο να το βλέπεις. Τα σπίτια είναι συμμετρικά τακτοποιημένα στην πλαγιά του Πενταδάκτυλου. Το καθένα με θέα προς την καταγάλανη θάλασσα της Κερύνειας. Το πόσιμο νερό ρέει από παντού και το μέρος καταπράσινο. Οι δρόμοι χωμένοι στο πράσινο και οι αυλές πολύχρωμες από την ποικιλία των λουλουδιών. Είναι μεσημέρι και οι δρόμοι είναι γεμάτοι με μελαψά Tουρκάκια που μόλις έχουν σχολάσει και πηγαίνουν στα σπίτια τους. Πόσο δικά τους μπορεί να είναι αυτά τα σπίτια; Αυτά τα παιδιά γεννήθηκαν στη «Λάπτα», όπως έχουν μετονομάσει τη Λάπηθο. Μπορεί και οι πατεράδες τους να έχουν γεννηθεί εκεί και, σύμφωνα με τους Αγγλοαμερικανούς, έχουν δικαιώματα στο νησί. Τι γίνεται, όμως, με τα δικαιώματα των παιδιών, των οποίων οι γονείς και οι παππούδες έζησαν σ' αυτά τα μέρη για χιλιάδες χρόνια και εκδιώχθηκαν με τη βία για να εγκατασταθούν εκεί άνθρωποι από την Τουρκία που είναι εντελώς ξένοι με τον τόπο;

 

Στον τόπο του εγκλήματος

 

Ο οδηγός του ταξί, ακολουθώντας τις οδηγίες της συνοδού μου, κάνει σταθμό στο σημείο όπου έγινε η απόβαση. Τα συναισθήματα είναι παράξενα. Μπροστά μου βλέπω την καταγάλανη και ήρεμη θάλασσα της Κερύνειας. Στο μυαλό μου έρχονται οι στίχοι του ποιητή: «Δεν μπορώ να το πιστέψω πως μας τους έφερε η θάλασσα της Κερύνειας / Δεν μπορώ να το πιστέψω πως μας τους έφερε η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας». Ο συνειρμός προχωρεί ακαριαία σε ανάπλαση οδυνηρών παραστάσεων: Τα αποβατικά σκάφη προσεγγίζουν την ακτή και βλέπω ξανά μπροστά μου τις σκηνές που μετέδωσε το BBC, με τους Τούρκους στρατιώτες να αποβιβάζονται στην ακτή με τα όπλα επ’ ώμου, αφού στις πρώτες κρίσιμες ώρες της αποβατικής επιχείρησης δεν υπήρξε η παραμικρή αντίσταση. Yστερα, γυρίζω απέναντι και αντικρίζω τον Πενταδάκτυλο. Ενας θεόρατος όγκος ορθώνεται από το επίπεδο της θάλασσας και φτάνει τα 1.000 μέτρα ύψος. Μια φυσική ασπίδα προστασίας προβάλλεται από τη μια άκρη της Κύπρου μέχρι την άλλη. Ενα απόρθητο φρούριο, προικιό της φύσης στο νησί, για να το προστατεύει από τους κατακτητές. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς στρατιωτικός, ούτε να έχει εξειδικευμένες γνώσεις, για να κατανοήσει την τεράστια στρατηγική αξία που έχει ο Πενταδάκτυλος στην άμυνα της Κύπρου. Η μορφολογία του εδάφους είναι τέτοια, που ακόμη και με τις σφενδόνες θα μπορούσε να αποκρουστεί η τουρκική απόβαση. Από την Κερύνεια προς τη Λευκωσία υπήρχε μόνο μία δίοδος, κατά μήκος του δρόμου που ενώνει τις δύο πόλεις. Οσο μικρός κι αδύναμος στρατός κι αν ήταν η Εθνική Φρουρά, αυτή η δίοδος θα μπορούσε να προστατευτεί. Κι όμως, η κερκόπορτα αφέθηκε ορθάνοιχτη. Υπήρξε τέτοια αδράνεια, που δεν θέλει να αναζητήσει κανείς περισσότερες αποδείξεις για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όλα ήταν προσυμφωνημένα... Κάνω τη διαδρομή από την Κερύνεια προς τη Λευκωσία ακολουθώντας την πορεία των αρμάτων που προέλασαν προς τη Λευκωσία. Εξοργίζομαι με τη διαπίστωση ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της κατεχόμενης Κύπρου προχωρώντας από τη μία πόλη με τα άρματα μάχης, μέσω των κύριων οδικών αρτηριών. Ηταν ένας πραγματικός περίπατος που τον ονόμασαν έπος...


Μακάριος Δρουσιώτης

Πολίτης

02/07/2000

© Copyright: Makarios Drousiotis  |  Journalist, Writer

back | print