Είπαν / Έγραψαν

Μακάριου Δρουσιώτη: Η εισβολή και οι μεγάλες δυνάμεις
Ολική ανατροπή των εθνικών μας στερεότυπων

Χρυσόστομος Περικλέους
Μια ζωή γκρεμίζουμε μύθους και αποκαθηλώνουμε είδωλα. Κάθε φορά που η γνώση της πραγματικότητας μας φέρνει αντιμέτωπους με μύθους που δημιουργήσαμε ή που κληρονομήσαμε, με τους οποίους κατασκευάζουμε μια εικονική πραγματικότητα. Κάθε φορά που η γνώση των πραγματικών γεγονότων, λειτουργώντας σαν το κεντρί της αλογόμυγας του Σωκράτη, ενεργοποιεί τη συνείδησή μας ωθώντας την στην αποκαθήλωση ηγετών από τα ψηλά βάθρα όπου οι μύθοι γύρω από το μεγαλείο και τις μαγικές τους ικανότητες τους τοποθέτησαν. Έτσι περίπου λειτουργεί στη συνείδησή μας το νέο βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη: ΚΥΠΡΟΣ 1974-1977: Η εισβολή και οι μεγάλες δυνάμεις. Η realpolitik των ΗΠΑ και το διπλό παιγνίδι της ΕΣΣΔ, Εκδόσεις Αλφάδι, 2014.

Η γνώση, για τον Μακάριο Δρουσιώτη, είναι μια διαδικασία απελευθέρωσης. Είναι μια μακρά κι επίπονη διαδικασία που τον οδήγησε, από την ερευνητική δημοσιογραφία που συναντούμε στα πρώτα του βιβλία, στη συστηματική ιστορική έρευνα και την επιστημονική τεκμηρίωση των τελευταίων του βιβλίων, με στόχο πάντα την ιχνηλάτηση και αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων. «Μέσα από την έρευνα και την αναζήτηση –ομολογεί ο ίδιος- πολλές από τις αλήθειες μου κλονίστηκαν. […] Ο κλονισμός των πεποιθήσεών μου ήταν οδυνηρός αλλά λυτρωτικός», η λυτρωτική λειτουργία της απελευθέρωσης Και είναι αυτό το βιβλίο καρπός μιας επίπονης έρευνας πέντε χρόνων στα εθνικά αρχεία των ΗΠΑ και της Βρετανίας, στις χιλιάδες σελίδες της διπλωματικής τους αλληλογραφίας, μέχρι και στις αποδελτιωμένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις του Αμερικανού ΥπΕξ Χένρυ Κίσιντζερ. Η μελέτη ιδιαίτερα της διπλωματικής αλληλογραφίας των δυο αυτών χωρών καλύπτει, σε μεγάλο βαθμό, τα κενά από την αδυναμία πρόσβασης στα αρχεία άλλων χωρών που εμπλέκονται στην κυπριακή κρίση, όπως της ΕΣΣΔ, της Τουρκίας, και της Ελλάδας. Βλέπει όμως ο ίδιος ο συγγραφέας αυτή την αδυναμία ως ερέθισμα για επόμενους ερευνητές να επιβεβαιώσουν ή να ανατρέψουν τα πορίσματα στα οποία η δική του έρευνα οδηγεί.

Αφήνοντας τη συναρπαστική αφήγηση στον αναγνώστη του βιβλίου, θα περιοριστούμε σε μια συνοπτική παρουσίαση της πραγματικότητας που το ερευνητικό νυστέρι του συγγραφέα αναδεικνύει. Μιας πραγματικότητας ανατρεπτικής πλείστων όσων στοιχείων της εθνικής μας αφήγησης, ανατρεπτικής των συλλογικών μύθων που στήριζαν στη συνείδησή μας τη θεώρηση του άμωμου θύματος των «ιμπεριαλιστικών συνωμοσιών» (η παραδοσιακή Αριστερά) ή των εχθρών του ελληνισμού (η εθνικιστική Δεξιά).

  • Δεν στηρίζεται από τα γεγονότα η υπόθεση ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία μετείχαν με οποιοδήποτε τρόπο ή συνείργησαν στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μακάριος Δρουσιώτης δεν είναι ο πρώτος ερευνητής που φέρνει στο φως αυτή την πραγματικότητα. Δυο διδακτορικές διατριβές που προηγήθηκαν του βιβλίου του και οι οποίες ενδιέτριψαν στα αρχεία των ΗΠΑ και της Βρετανίας δίνουν την ίδια «μεγάλη εικόνα» (Βλ. σχετικά: Jan Asmussen: Cyprus at War Diplomacy and Conflict during the 1974 Crisis, I.B Tauris, 2008, και Andreas Constandinos: America, Britain, and the Cyprus Crisis of 1974: Calculated Conspiracy or Foreign Policy Failure?, Author House, 2009).
  • Όταν, ως εκ του πραξικοπήματος, δρομολογείτο πλέον η τουρκική εισβολή, η αμερικανική διπλωματία, ενεργώντας με το σύνδρομο της επιστολής Τζόνσον (1964) και με κεντρικό άξονα να μην αποξενωθεί η Τουρκία από το ΝΑΤΟ, ανέχθηκε την τουρκική εισβολή με την προσδοκία πως, αφού αποκαθίστατο η ελληνοτουρκική ισορροπία στην Κύπρο, θα μπορούσε να υπάρξει πολιτική διευθέτηση του Κυπριακού στη βάση της διζωνικής ομοσπονδίας.
  • Η Βρετανία ήταν η μόνη χώρα που έκανε το παν, στο διπλωματικό πεδίο, για να ματαιώσει την τουρκική εισβολή τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη φάση. Ενώ απέκλεισε, ως υπέρτερη των δυνάμεών της, μονομερή στρατιωτική δράση κατά των τουρκικών δυνάμεων εισβολής, ο Βρετανός Υπεξ Τζέημς Κάλαχαν κατέβαλε επίμονες προσπάθειες να πείσει τον Κίσσιντζερ για κοινή δράση. Ο δεύτερος είχε όμως αποφασίσει πως δεν θα έχανε την Τουρκία για χάρη της Κύπρου.
  • Η Σοβιετική Ένωση είδε την κλιμάκωση της κυπριακής κρίσης –πραξικόπημα, εισβολή- ως μοναδική ευκαιρία να κερδίσει την Τουρκία δημιουργώντας βαθύ ρήγμα στο ΝΑΤΟ. Σε μια εν πολλοίς συγκαλυμμένη αλλά κυνικά τυχοδιωκτική συμπεριφορά, έδωσε, σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, πλήρη κάλυψη στην τουρκική εισβολή εστιάζοντας τη σοβιετική προπαγάνδα στο πραξικόπημα και γενικά στη «συνωμοσία των ιμπεριαλιστών του ΝΑΤΟ» κατά της Κύπρου. Εκμεταλλευόμενη, στη συνέχεια, το εμπάργκο του αμερικανικού Κογκρέσου κατά της Τουρκίας, προχώρησε σε συγκροτημένη στρατηγική προσεταιρισμού της Τουρκίας με σειρά διμερών συμφωνιών που καθιστούσαν τη χώρα αυτή, κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, προνομιακό εταίρο της Σοβιετικής Ένωσης.
  • Τα γεγονότα, όπως τεκμηριώνονται στο βιβλίο, αποκαθηλώνουν τον Μακάριο από το βάθρο του μεγάλου εθνικού ηγέτη και τον μεταφέρουν στο επίπεδο μιας τραγικής φυσιογνωμίας που υφίσταται, στο τέλος, τις συνέπειες της άμετρης αυτοπεποίθησης. Ο συγγραφέας, σε μια συνοπτική αναδίφηση της περιόδου 1960-1974 στην εισαγωγή του βιβλίου, αντλώντας από την τεκμηρίωση προηγούμενων ερευνητικών εργασιών του, αναδεικνύει την εμμονή του Μακάριου στον τελικό στόχο της ένωσης, μια εμμονή που υπήρξε καθοριστική στρατηγικών του επιλογών που συνέβαλαν καθοριστικά, πρώτα στην κρίση του 1963 και ύστερα στην απόρριψη, με την «τακτική του κρημνού», της κατά πολύ βελτιωμένης Ζυρίχης που ήταν έτοιμη να δεχθεί η Τουρκία στις συνομιλίες 1968-1970. Η άμετρη αυτοπεποίθηση στην ικανότητα ελιγμών τον εμπόδισε να αντιληφθεί τις βασικές σταθερές της τουρκικής πολιτικής στο κυπριακό, που συνίσταντο στη ματαίωση της ένωσης μέσα από τη διασφάλιση του καθεστώτος κοινότητας των Τουρκοκυπρίων. Η ικανότητά του να ελίσσεται ανάμεσα στις δυο υπερδυνάμεις τον εμπόδισε επίσης να αντιληφθεί ότι «το μήλον της Έριδος μεταξύ των υπερδυνάμεων δεν ήταν η Κύπρος αλλά η Τουρκία». Η στάση επίσης του Μακάριου, κατά τις κρίσιμες λίγες μέρες πριν και μετά την εισβολή κι ενώ βρισκόταν στη Νέα Υόρκη, προδίδει αδυναμία του Κύπριου ηγέτη να αντιληφθεί τις πραγματικές προθέσεις της Σοβιετικής Ένωσης. Ως εξ αυτής της αδυναμίας, άγεται σε μια στάση που δεν αφήνει περιθώρια στη δυτική διπλωματία για μια σύντομη ομοσπονδιακή διευθέτηση.
  • Στον αντίποδα του Μακάριου αναδεικνύεται, την κρίσιμη εκείνη περίοδο, ο Κληρίδης, ως ο πολιτικός που, αφενός, είχε αντίληψη της πραγματικότητας, κι αφετέρου, είχε το πολιτικό θάρρος να προτείνει λύση στη βάση αυτής της πραγματικότητας, μια στάση που του επέφερε βαρύτατο προσωπικό κόστος.

Είναι τέτοιες οι ανατροπές που ο Μακάριος Δρουσιώτης φέρνει στα εθνικά μας στερεότυπα και στις συλλογικές μας αφηγήσεις ώστε να καθιστούν το βιβλίο του σημείο αναφοράς για μια δραστική ανασύνθεση της σύγχρονης ιστορίας μας. Και, ανεξάρτητα αν ένας σημασιολογεί διαφορετικά τη συμπλοκή και αλληλεπίδραση των γεγονότων, τα γεγονότα, αυτά καθ’ εαυτά, είναι εκεί και θα παραμείνουν ένα σημαντικό κέντρισμα για εθνική αυτογνωσία.