• Τρίτη 24 Μαΐου 2022

Συνεντεύξεις | Κοινωνία

Μιχάλης Δούντας

Τρώνε τις σάρκες τους οι δειπνούντες στο Λήδρα Πάλας

Οι θέσεις του πρέσβη Μιχάλη Δούντα στο Κυπριακό είναι γνωστές.  Διαφωνεί με την πολιτική των παραχωρήσεων και είναι υπέρμαχος της πολιτικής της «αγωνιστικής αναμονής».  Ως εκ τούτου δεν πιστεύει ότι οι εκδηλώσεις επαναπροσέγγισης βοηθούν στη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και συνδράμουν στην επίλυση του προβλήματος.  Αντίθετα τις θεωρεί εφευρήματα της αγγλικής προπαγάνδας και τις χαρακτηρίζει ως «πέμπτη φάλαγγα» του ενδοτισμού.  Ο Μιχάλης Δούντας πιστεύει στην πολιτική του δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, αλλά εκτιμά πως όπως αυτό εφαρμόζεται αποτελεί φύλλο συκής της ενδοτικής πολιτικής…

 

Κύριε Δούντα είναι γνωστές οι θέσεις σας ενάντια στην επαναπροσέγγιση.  Είναι τόσο κακό να υπάρχει επικοινωνία μεταξύ ανθρώπων;

Οι άνθρωποι πρέπει να επικοινωνούν, αλλά το θέμα είναι κάτω από ποιες συνθήκες γίνεται αυτό.

 

Όποιες κι αν είναι οι συνθήκες, αυτό δεν συμβάλλει στην αλληλοκατανόηση;

Αυτά όλα ως θεωρία είναι πολύ ωραία.   Όταν, όμως, άπτονται της πολιτικής πραγματικότητας ή της πραγματικότητας της ζωής, πρέπει να τα βλέπει κανείς στο πλαίσιο άλλων παραμέτρων.  Το να λέει κανείς έτσι αφηρημένα ότι είναι υπέρ της συναδέλφωσης και υπέρ της φιλίας αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα.

 

Τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά;

Σημασία έχει να μπορεί να διακρίνει κανείς πόσο εφικτοί είναι οι στόχοι της επαναπροσέγγισης με τους Τουρκοκύπριους, στο πλαίσιο της δεδομένης πραγματικότητας.  Έχει επίσης σημασία να είναι σε θέση κανείς να διαπιστώσει πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τρίτους η νοσταλγία του ανθρώπου για ειρήνη, και τι αρνητικές πολιτικές επιπτώσεις μπορεί να έχει.

 

Ας τα δούμε ξεχωριστά.  Τέτοιες εκδηλώσεις δεν αποτελούν μοχλό πίεσης για εξεύρεση λύσης;

Σε ό,τι αφορά τους Τουρκοκύπριους σίγουρα όχι.  Έστω κι αν υπάρχει μια μικρή ομάδα Τουρκοκυπρίων που είναι υπέρ της ειρήνης και της συμβίωσης με τους Ελληνοκύπριους, θα πρέπει να δούμε τι επιρροή ασκεί αυτή η συγκεκριμένη ομάδα στη διαμόρφωση της πολιτικής στην κοινωνία που ζει.   Είναι λοιπόν αστείο και να το συζητάμε ότι μια μικρή ομάδα Τουρκοκυπρίων που ενδεχομένως διαφοροποιούνται από το καθεστώς Ντενκτάς, έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις.

 

Ωραία τι χάνουμε με την επαφή έστω και με αυτή τη μικρή ομάδα των Τουρκοκυπρίων;

Υπάρχει ευρύτερο θέμα πολιτικής εκμετάλλευσης της φυσικής και συναισθηματικής διάθεσης για συναδέλφωση μεταξύ των δύο κοινοτήτων.  Έτσι η νοσταλγία για ειρήνη μεταβάλλεται σε ένα εύκολο σύνθημα προς παραπλάνηση των Ελληνοκυπρίων, ενώ δεν έχει καμιά απολύτως επίπτωση στους Τουρκοκύπριους.

 

Γιατί αυτή η διάκριση;

Οι Τουρκοκύπριοι είναι περήφανοι για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί.  Δεν είναι τα αθώα θύματα της κατοχής όπως τα παρουσιάζουν ορισμένοι.  Μπορεί να υπάρχει μια μικρή ομάδα που διαφοροποιείται, αλλά αυτοί ζουν σε μια κοινωνία ολοκληρωτικά δομημένη, όπου είναι ανέφικτη η όποια επιρροή στις αποφάσεις.  Στον Ελληνοκυπριακό πληθυσμό του νησιού συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.  Υπάρχει κοινωνία με δημοκρατική δομή, όπου τέτοιες εκδηλώσεις επηρεάζουν τις εξελίξεις και δημιουργούν ψευδαισθήσεις ότι με τέτοιες συμπεριφορές μπορεί να επέλθει η ειρήνη.

 

Εννοείτε φαντάζομαι ότι με την πολιτική αυτή γίνεται ανεκτή η υποχωρητικότητα.

Ακριβώς.  Καλλιεργώντας αυτή την ψευδαίσθηση για 23 χρόνια είδαμε τα αποτελέσματα.  Ξεκινήσαμε από το ενιαίο κράτος και καταλήξαμε στα πρόθυρα της αναγνώρισης του ψευδοκράτους.  Η αναβίωση της επαναπροσέγγισης δεν είναι καθόλου άσχετη με τις πρωτοβουλίες των Άγγλων στο Κυπριακό.  Σκοπός είναι η άλωση της ελληνικής αντίστασης και εμπνευστής τους είναι ο κ. Δαβίδ Χάνι.

 

Εννοείτε τον σερ Ντέιβιντ Χάνι.

Ναι αυτό εννοώ, αλλά θέλω να τον μεταφράσω ελληνιστί.

 

Λοιπόν τι έκανε ο κ. Δαβίδ;

Αυτός εξώθησε ορισμένες ομάδες πολιτικών, επαγγελματικών ομάδων, δημοσιογράφων και άλλων να συναντώνται στο Λήδρα Πάλας σε ορισμένα δείπνα, τα οποία κατά τη γνώμη μου είναι μακάβρια.  Διότι οι Έλληνες που συναθροίζονται εκεί πέρα, τρώγουν ουσιαστικώς τις σάρκες τους.

 

Αυτός εμπνεύστηκε και την κοινή συναυλία Ρουβά-Κουτ;

Είναι βέβαιο ότι η συναυλία στην Πράσινη Γραμμή ήταν προϊόν της αγγλικής προπαγάνδας.  Το ότι βρέθηκε ένας νεαρός καλλιτέχνης να παίξει αυτό το παιχνίδι είναι εντελώς άσχετο.  Το πρόβλημα είναι η προθυμία κάποιων ομάδων να πιστέψουν ότι είναι δυνατόν να αλλοιωθεί η εθνική πολιτική της Τουρκίας με τέτοιες εκδηλώσεις.  Είναι αφέλεια να πιστεύουμε πως όταν μερικά παιδάκια τραγουδούν με τα χέρια ψηλά σειόμενοι από αριστερά προς τα δεξιά και αντιστρόφως θα επηρεάσουν την πολιτική της Τουρκίας ή τη διοίκηση του Ντενκτάς.

 

Είναι δηλαδή ματαιοπονία αυτές οι εκδηλώσεις;

Όχι δεν είναι απλώς ματαιοπονία, είναι και επικίνδυνες.  Διότι ενώ δεν αλλοιώνονται οι τις διαθέσεις τους αντιπάλου, υπονομεύεται το φρόνημα των Ελλήνων.  Αυτές οι εκδηλώσεις είναι ένας άκρως επικίνδυνος πεμπτοφαλαγγιτισμός.  Ο ολοκληρωτισμός στα κατεχόμενα δεν επηρεάζεται από τέτοια καραγκιοζιλίκια, ενώ επιδρά κατασταλτικά την πλουραλιστική κοινωνία της ελεύθερης Κύπρου.

 

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι άλλο μπορούμε να κάνουμε.

Πρώτα θα πρέπει να μας απασχολήσει αυτό που έπρεπε να κάνουμε και δεν το κάναμε τόσα χρόνια.

 

Ποιο ήταν το μεγάλο μας σφάλμα;

Η προσδοκία ότι ήταν δυνατό να υπάρξει λύση από συμφώνου με την Τουρκία που να συνιστά βελτίωση υπέρ των Ελλήνων στο πλαίσιο του ανισοζυγίου της ισχύος μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας.  Αυτή η επιλογή ήταν καταστροφική.

 

Υπό ποίαν έννοια;

Με την ψευδαίσθηση ότι υπήρχε η δυνατότητα να πετύχουμε λύσεις, προχωρούσαμε από παραχώρηση σε παραχώρηση.  Ναι μεν οι παραχωρήσεις μας δεν είχαν πάντα νομική δεσμευτικότητα, αλλά στο τέλος απέφεραν στην Τουρκία τεράστιο πολιτικό κεκτημένο.  Έτσι σήμερα το μόνο που απέμεινε να συζητείται είναι το κατά πόσο είναι η όχι κυρίαρχες οι δύο κοινότητες.  Όλα τα υπόλοιπα, περίπου, τα έχουμε συμφωνήσει.

 

Επανέρχομαι στο αρχικό ερώτημα.  Τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε;

Το λιγότερο κακό θα ήταν να ακολουθήσουμε μια πολιτική αγωνιστικής αναμονής.  Και δεν εννοώ να σταυρώσουμε τα χέρια και να περιμένουμε.  Θα έπρεπε να αρχίζαμε από την πρώτη μέρα να εργαζόμαστε για ανατροπή του δυσμενούς ισοζυγίου που δημιουργήθηκε εις βάρος μας.

 

Εννοείτε στρατιωτική προετοιμασία;

Κυρίως στρατιωτική.  Κι αναφέρομαι πρωτίστως στην Ελλάδα, διότι η Κύπρος από μόνη της δεν έχει τέτοιες δυνατότητες.  Η πολιτική μας θα έπρεπε να ήταν πολιτική παρέλκυσης και ενδυνάμωσης.  Ο ελληνισμός έπρεπε να ενδυναμωθεί στρατιωτικώς και πολιτικώς.  Μόνο έτσι θα γινόταν κατανοητός.

 

Θα έπρεπε δηλαδή να γίνει από τότε το Δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου;

Ναι αλλά νοουμένου ότι το εννοούσαμε και όχι για τις εντυπώσεις.

 

Έτσι γίνεται σήμερα;

Το Δόγμα που εξαγγέλθηκε, ανεξαρτήτως των καλών προθέσεων των προσώπων που συνέλαβαν και προώθησαν την ιδέα, κατέληξε στο να αποτελεί συγκάλυψη των υποχωρήσεων (ένα είδος φύλλου συκής μιας ενδοτικής πολιτικής).

 

Γιατί το λέτε αυτό;

Διότι από τη μια εξαγγέλλαμε συνεργασίες, αγορές πυραύλων και ασκήσεις και από την άλλη υποχωρούσαμε.  Αποκοιμιζόταν ο λαός ότι πράγματι προετοιμαζόμαστε, ενώ στην ουσία προωθούσαμε έναν πάρα πολύ δυσάρεστο συμβιβασμό.

 

Αν θυμάμαι καλά είχατε εκφράσει από πολύ νωρίς τις επιφυλάξεις σας.

Όταν εξαγγέλθηκε το Δόγμα είχα γράψει ότι ως ιδέα ήταν κάτι το πολύ σωστό.  Έπρεπε όμως να γίνει χωρίς τυμπανοκρουσίες, με διακριτικότητα και αποφασιστικότητα.  Αντίθετα πήρε ένα χαρακτήρα θεατρινίστικο.  Το ξέραμε πολύ καλά ότι με την πρώτη αμερικανική παρέμβαση θα κάναμε πίσω όπως και συνέβηκε.

 

Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η Τουρκία έχει καταστεί πια στρατιωτική υπερδύναμη και δεν έχουμε πολλά περιθώρια ελιγμών.

Είναι γεγονός ότι στον στρατιωτικό τομέα έχει μεγαλώσει πάρα πολύ η ψαλίδα υπέρ της Τουρκίας και είναι πολύ πιο δύσκολο πλέον να την παρακολουθήσουμε.  Υπάρχουν όμως δυνατότητες και δεν πρέπει να απελπίζεται κανείς.  Αυτή η διόγκωση των δυνατοτήτων της Τουρκίας είναι και ένα πρόσχημα που δημιουργεί παροπλιστικά στον Ελληνικό λαό.  Μην ξεχνάτε ότι η Τουρκία έχει ανοικτούς λογαριασμούς σε όλα της τα σύνορα.  Η Ελλάδα πρέπει να προετοιμάζεται.

 

Τι θα κάνει η Ελλάδα, θα κατακτήσει την Τουρκία που είναι στρατιωτικός γίγαντας;

Δεν κάνω στρατηγική του καφενείου, ούτε το ζητούμενο είναι να κατακτήσουμε την Τουρκία.  Εάν, όμως, η Ελλάδα είχε μια μεγάλη δύναμη κρούσης ικανή να προκαλέσει ισχυρό πλήγμα στην Τουρκία, στην περίπτωση που η χώρα αυτή επιλέξει την πολεμική εμπλοκή, αυτό από μόνο του θα ήταν ένα ισχυρό αποτρεπτικό μέτρο.

 

Εάν μας καταλάβουν πέντε νησιά τι θα κάνουμε;

Είναι πολύ απλοϊκές αυτές οι αναλύσεις.  Εάν η Τουρκία κατακτώντας πέντε νησιά στο Αιγαίο θα έθετε σε πραγματικό κίνδυνο πολύ βασικούς στόχους εντός των συνόρων της, κάτι που είναι εφικτό, θα το σκεφτόταν πέντε φορές πριν αποπειραθεί να κάνει κάτι τέτοιο.  Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι πως δεν χρειάζεται να είμαστε σε θέση να κατακτήσουμε την Τουρκία, αλλά να έχουμε μια υπολογίσιμη αποτρεπτική δύναμη που θα θέτει φραγμούς στις τουρκικές βλέψεις.

 

Αυτή είναι η φιλοσοφία Κληρίδη με την αγορά των πυραύλων.

Η πολιτική Κληρίδη είναι εντελώς θεωρητική.  Εάν η Κύπρος είχε τη θέληση να παίξει πραγματικά αυτό το χαρτί, καλώς.  Από τη στιγμή όμως που αρχίσαμε να δίνουμε εξηγήσεις και διαπραγματευόμασταν με τους Αμερικανούς την ημερομηνία παράδοσης των πυραύλων, αυτή η προοπτική αποδυναμώθηκε.  Η Κύπρος βεβαίως από μόνη της δεν μπορεί να κάνει τέτοια πολιτική.  Έπρεπε όλα αυτά να είναι σύμμετρα με την Ελλάδα και να γίνονται από κοινού.

 

Υπάρχουν ορισμένοι που λένε ότι ζείτε στο Κολωνάκι και δίνετε εκ του ασφαλούς συνταγές σωτηρίας της Κύπρου.

Δεν ξέρω γιατί το Κολωνάκι θεωρείται μια περιοχή που εμπνέει επιπόλαιη γενναιότητα.  Δηλαδή αν ζούσα στη Δραπετσώνα θα είχα πιο έγκυρο πολιτικό λόγο;

 

Η κριτική δεν έχει σχέση με το Κολωνάκι, αλλά με το ότι ζείτε σε έναν ασφαλισμένο χώρο και κάνετε ριψοκίνδυνη, κατ’ αυτούς, πολιτική, η οποία δεν θα επηρεάσει την προσωπική σας ασφάλεια.

Εγώ δεν μιλώ μόνο για την Κύπρο.  Μιλώ ως Έλληνας πολίτης για προβλήματα του Ελληνισμού.  Και το Κυπριακό το θεωρώ ως κορυφαίο πρόβλημα ολόκληρου του Ελληνισμού.  Κανένας καραγκιόζης δεν πρόκειται να με εμποδίσει να έχω λόγο επί των ελληνικών προβλημάτων.

     

Έχω μια εμπειρία 35-40 χρόνων στη δημόσια υπηρεσία, έχω ασχοληθεί με εθνικά θέματα και έχω πολύ πιο έγκυρο λόγο από πολλούς από αυτούς που με κρίνουν.  Αυτή η κριτική αποτελεί ένα λαϊκισμό του αισχίστου είδους, τον οποίο εφηύρε γνωστό έντυπο στην Κύπρο που δεν επιθυμώ καν να κατονομάσω.


Μακάριος Δρουσιώτης

Φιλελεύθερος

25/05/1997