Greek

Greek

English

English

Turkish

Turkish

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2018

Αρχική Σελίδα

Εξειδικευμένη Αναζήτηση Επικοινωνία Αρχική Σελίδα
Στήλες
Επικαιρότητα
Οικονομική Κρίση
Κυπριακό
Πολιτική - Κόμματα
Συνεντεύξεις
Η άλλη πλευρά
ΜΜΕ
Ιστορία
Ερευνες - Αφιερώματα
Πραξικόπημα
1960 -1967
ΕΟΚΑ
Εισβολή
1968 -1974
Πρόσωπα
Διάλογοι
Το Δηλητήριο
Περιρρέουσα Ατμόσφαιρα
Συγγραφικό Έργο
Βιογραφικό
Συνδέσεις Links

Αναζήτηση >>

Εξειδικευμένη Αναζήτηση

Alfadi Publications

On-Line Αγορές - On-Line Sales

Σχέσεις Αθηνών – Λευκωσίας

Πενήντα χρόνια φαγούρας

Από τον Σπύρο Θεοτόκη στην Ντόρα Μπακογιάννη



Στις 28 Μαΐου 1956 υπέβαλε την παραίτησή του ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Σπυρίδων Θεοτόκης κατόπιν απαίτησης της κυπριακής Εθναρχίας. Ο Θεοτόκης, όπως έγραφαν τότε οι κυπριακές εφημερίδες, δεν ήταν αρκούντως διεκδικητικός στο Κυπριακό.

 

Αγκαλίτσες και φιλάκια, αλλά ο καθένας το δρόμο του...

Το αίτημα των Κυπρίων για παραίτηση του Θεοτόκη συζητήθηκε στη Βουλή των Ελλήνων στις 25 Απριλίου 1956, ύστερα από αίτημα του Γεωργίου Παπανδρέου. Στη συζήτηση που έγινε, ο πρωθυπουργός Καραμανλής αποκάλυψε για πρώτη φορά το περιεχόμενο της συνομιλίας που είχε στις 23 Ιουνίου 1950 ο Γεώργιος Παπανδρέου με τον δήμαρχο Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη, κατά την οποία ο Παπανδρέου, ως υπουργός Εσωτερικών τότε, είπε στον Κύπριο πολιτευτή ότι «η Ελλάς αναπνέει με δύο πνεύμονες, τον μεν αγγλικόν, τον δε αμερικανικόν, και δι' αυτό δεν ημπορεί να πάθει ασφυξίαν λόγω του Κυπριακού».

 

Ο Καραμανλής έσωσε για λίγο τον Θεοτόκη, όμως ένα μήνα αργότερα, με αφορμή τους απαγχονισμούς των Καραολή και Δημητρίου από τους Αγγλους, ο Θεοτόκης, στιγματισμένος από τους Κυπρίους ως φίλαγγλος και εχθρός του αγώνα της Κύπρου, υπέβαλε την παραίτησή του.

Η παραίτηση του Σπύρου Θεοτόκη έφερε στην επιφάνεια τη βαθιά ρήξη που υπήρχε στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου από το 1950. Οι Κύπριοι διεκδικούσαν τη στήριξη της Ελλάδας στο αίτημά τους για αυτοδιάθεση και Ενωση. Η Ελλάδα αδυνατούσε ν' ανταποκριθεί, όμως η κυπριακή Εκκλησία, δηλαδή ο Μακάριος, πίεζε τις κυβερνήσεις αξιοποιώντας την ευαισθησία του Τύπου και τη συμπάθεια της κοινωνίας στον ενωτικό αγώνα των Κυπρίων, σπρώχνοντας την Ελλάδα με το ζόρι προς μια πολιτική που δεν μπορούσε να υλοποιήσει.

 

Τελικά, όταν τα πολιτικά αδιέξοδα του αγώνα της ΕΟΚΑ έφεραν την Κύπρο στα πρόθυρα της διχοτόμησης, ο Μακάριος έκανε τη μεγάλη στροφή υπέρ της ανεξαρτησίας. Οι συμφωνίες της Ζυρίχης που ακολούθησαν απέκλεισαν οριστικά την Ενωση και κατέστησαν τους Τουρκοκύπριους συνεταίρους στο νέο κυπριακό κράτος.

 

Ο «εθνάρχης» και ο «μειοδότης»

 

Ο Μακάριος, αν και έχασε το 1959 το παιχνίδι της Ενωσης, δεν παραδέχτηκε ποτέ την αποτυχία του και κατάφερε, με βυζαντινούς ελιγμούς, να διασώσει το πολιτικό του κύρος φορτώνοντας όλες τις ευθύνες για τον συμβιβασμό στον Καραμανλή. Ο Καραμανλής το έφερε βαρέως σε όλη του τη ζωή, ότι ο Μακάριος βγήκε από το Λάνγκαστερ Χάους στο Λονδίνο, όπου είχαν υπογραφεί οι Συμφωνίες, εθνάρχης και ο ίδιος «εθνικός μειοδότης».

 

Ο Μακάριος αποπειράθηκε να αναθεωρήσει τη βάση των συμφωνιών και να επαναφέρει τον στόχο της Ενωσης. Η Αθήνα ήταν σφόδρα ενάντια και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ έστειλε στον Μακάριο μια αυστηρή προειδοποιητική επιστολή ότι το εγχείρημά του θα οδηγούσε την Κύπρο σε νέες περιπέτειες.

 

Ο Μακάριος, ερήμην της ελληνικής κυβέρνησης, συνήψε «ιερή συμμαχία» με τον ΙΔΕΑ και άρχισε να προπαρασκευάζει ένα νέο αγώνα για την Ενωση. Εκμεταλλευόμενος το πολιτικό κενό που υπήρξε στην Ελλάδα μετά την παραίτηση Καραμανλή, το 1962, επιχείρησε να αναθεωρήσει το Σύνταγμα. Το εγχείρημά του απέτυχε και κατέληξε στα αιματηρά γεγονότα του 1963-64, την κατάρρευση των συμφωνιών της Ζυρίχης και την αποσκίρτηση των Τουρκοκυπρίων από την Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Υστερα από την αστάθεια που προκάλεσε η κρίση του 1963-1964, μπήκε ξανά στην ατζέντα η Ενωση. Οι ΗΠΑ πίεζαν την Αθήνα να αποδεχτεί την Ενωση με εδαφικά ανταλλάγματα στην Τουρκία. Ο Μακάριος επέμενε στην ατόφια Ενωση, μολονότι πολλοί αμφιβάλλουν σήμερα αν η Ενωση ήταν στ' αλήθεια στόχος του κυπριακού κατεστημένου μετά που γεύτηκε τη γλύκα της κρατικής εξουσίας.

 

Με αφορμή την απόρριψη του σχεδίου Ατσεσον, το 1964, που προνοούσε Ενωση με εδαφικό αντάλλαγμα στην Τουρκία, ο Μακάριος ήρθε σε ανοιχτή ρήξη με την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο Μακάριος συμφώνησε με τον Παπανδρέου να ακολουθήσει πολιτική αυτοσυγκράτησης με τους Τούρκους στην Κύπρο, την οποία όμως δεν τήρησε. Οπόταν, οργισμένος ο Γεώργιος Παπανδρέου, του έστειλε επιστολή λέγοντας: «Αλλα συμφωνούμεν και άλλα πράττετε, μακαριώτατε».

 

Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν αυτός που πρώτος έθεσε στη Λευκωσία το ζήτημα του προβαδίσματος των Αθηνών στις αποφάσεις για τους χειρισμούς στο Κυπριακό. Αν ανατρέξει κανείς στην αλληλογραφία μεταξύ του Μακαρίου και όλων των Ελλήνων πρωθυπουργών, από τον Καραμανλή μέχρι τον Ανδρουτσόπουλο, θα διαπιστώσει ότι ο ρόλος που διεκδικούσε η Αθήνα ως «εθνικό κέντρο» και η άρνηση του Μακαρίου να της τον αναγνωρίσει αποτελούσε μόνιμο σημείο τριβής σε όλες τις σοβαρές κρίσεις στις σχέσεις μεταξύ Αθηνών - Λευκωσίας.

 

Το προβάδισμα στο Κυπριακό ήταν η βασική αιτία της ρήξης του Μακαρίου με όλες τις κυβερνήσεις της χούντας:

  • Στα μέσα του 1971, ο Γ. Παπαδόπουλος απείλησε τον Μακάριο με «πικρά μέτρα» στην περίπτωση που δεν εισάκουε τις εισηγήσεις της Αθήνας στο Κυπριακό. Ο Μακάριος απάντησε με το περιβόητο «επέζησα δεκατριών πρωθυπουργών της Ελλάδος. Θα επιζήσω και του δεκάτου τετάρτου».
  • Το προβάδισμα του «εθνικού κέντρου» ήταν η αφορμή της πρώτης σοβαρής απόπειρας πραξικοπήματος, που έγινε τον Φεβρουάριο του 1972.
  • Η υποχρέωση του «εθνικού κέντρου» να περισώσει τον κυπριακό ελληνισμό από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» ήταν το βασικό επιχείρημα της χούντας του Ιωαννίδη για το πραξικόπημα του 1974.

Οταν η χούντα ανέτρεψε τον Μακάριο και προκάλεσε την τουρκική εισβολή, η θεωρία του «εθνικού κέντρου» ενταφιάστηκε στα ερείπια της τραγωδίας της Κύπρου. Η Αθήνα, υπό το βάρος των ενοχών, ταπεινωμένη από την εθνική ήττα του 1974, επινόησε ένα εντελώς νέο δόγμα: «Η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα συμπαρίσταται». Με τη διασαφήνιση αυτή η Αθήνα προσπάθησε να κάνει ξεκάθαρο ότι δεν θα αναμειγνυόταν ποτέ πια στα εσωτερικά της Κύπρου, η οποία ως ανεξάρτητο κράτος είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να καθορίζει δική της εξωτερική πολιτική.

 

Η συμπαράταξη

 

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν αυτός που αναθέρμανε στις σχέσεις μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας, αποκηρύσσοντας την πολιτική της συμπαράστασης προς την Κύπρο και υιοθετώντας τη «συμπαράταξη».

 

Η απομάκρυνση της «ένοχης Δεξιάς» από την εξουσία και οι υποσχέσεις του Ανδρέα Παπανδρέου για ισότιμη και αξιοπρεπή συνεργασία με την Κύπρο συνέτειναν στο να ανοίξει μια νέα σελίδα στην ιστορία των σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών.

 

Οι σχέσεις συνέχισαν να βελτιώνονται και μετά την άνοδο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία. Ο Μητσοτάκης, μαζί με τον τότε πρόεδρο Βασιλείου, διακήρυξαν ένα νέο δόγμα που καθόριζε τις σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών: «το συναποφασίζουμε».

 

Η χρυσή εποχή (των ψευδαισθήσεων) στις σχέσεις μεταξύ Αθηνών και Λευκωσίας ήταν η πρώτη πενταετία της προεδρίας Κληρίδη, όταν μαζί με τον Παπανδρέου εξήγγειλαν το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου. Οι Κύπριοι, πικραμένοι επειδή η Ελλάδα στις κρίσιμες ώρες ήταν μακριά, πίστεψαν αληθινά ότι δεν επρόκειτο να παραμείνουν ξανά μόνοι. Με την πάροδο του χρόνου, με τη συμμετοχή ελληνικών πολεμικών αεροσκαφών στις ασκήσεις της Εθνικής Φρουράς άρχισαν να καλλιεργούνται προσδοκίες ακόμη και για τη δυνατότητα απελευθέρωσης των κατεχομένων.

 

Οπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, το δόγμα ήταν μια επικοινωνιακή φούσκα. Υστερα από τρία χρόνια γεμάτα προσδοκίες και ελπίδες διαφάνηκε ότι η πολιτική στρατιωτικοποίησης του Κυπριακού ήταν λανθασμένη. Με αφορμή την ακύρωση της παραγγελίας των S-300, επήλθε και η απομυθοποίηση του δόγματος, και τα πράγματα επέστρεψαν εκεί που επιβάλλει η γεωγραφία: «Η Ελλάδα είναι μακριά».

 

Ενταξη στην Ε.Ε. και απεξάρτηση

 

Η πιο ομαλή περίοδος στις σχέσεις Ελλάδας - Κύπρου ήταν η περίοδος Σημίτη - Κληρίδη. Ο Σημίτης, αφού αποκήρυξε την πολιτική της στρατιωτικοποίησης, ήρθε σε συνεννόηση με τον Κληρίδη και μαζί έθεσαν καθαρούς και συγκεκριμένους στόχους, χωρίς κρυφές ατζέντες και αλληλοϋπονομεύσεις. Η πολιτική αυτή απέδωσε την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε.

 

Ο Κώστας Καραμανλής, κατατρυχόμενος από τις φοβίες των παθημάτων του θείου του, υιοθέτησε ένα νέο δόγμα στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, το οποίο εμπνεύστηκε ο Πέτρος Μολυβιάτης: Η Λευκωσία αποφασίζει και η Αθήνα παρακολουθεί. Μεταξύ Παπαδόπουλου και Καραμανλή επήλθε συνεννόηση ότι η Ελλάδα δεν θα πιέζει την Κύπρο να πάρει αποφάσεις που δεν επιθυμεί και η Κύπρος δεν θα υποσκάπτει τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

 

Η ισορροπία αυτή αποδείχθηκε εύθραυστη και ανατράπηκε τους τελευταίους μήνες, με αφορμή την ανάληψη του υπουργείου Εξωτερικών από την Ντόρα Μπακογιάννη. Η Λευκωσία επιχείρησε να εξουδετερώσει την Μπακογιάννη, με την ίδια ακριβώς τακτική που η Εθναρχία αποκεφάλισε τον Θεοτόκη, μισό αιώνα πριν. Όμως, άλλοι είναι σήμερα οι καιροί και διαφορετικές οι πολιτικές ισορροπίες. Η Αθήνα αισθάνεται πια ότι με την ένταξη στην Ε.Ε. εκπλήρωσε τις οφειλές της προς την Κύπρο και το νέο δόγμα που υιοθετείται είναι αυτό της πρόθυμης συνεργασίας, αλλά όχι της απαραίτητης ταύτισης με τη Λευκωσία.


Μακάριος Δρουσιώτης

Ελευθεροτυπία

11/07/2006

© Copyright: Μακαριος Δρουσιώτης  |  δημοσιογράφος, συγγραφέας

Πάνω Πίσω Ευκολη Εκτύπωση Εξειδικευμένη Αναζήτηση Επικοινωνία Αρχική Σελίδα