• Κυριακή 11 Απριλίου 2021

Συνεντεύξεις | Κοινωνία

Πανίκος Χρυσάνθου, δημιουργός της κυπριακής ταινίας «Ακάμας»

«Το μόνο που μπορούμε να "πουλήσουμε" είναι η καρδιά μας»

Η κυπριακή ταινία «Ακάμας» του Πανίκου Χρυσάνθου προβάλλεται το Σάββατο στο πρόγραμμα «Ορίζοντες» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του κυπριακού κινηματογράφου που μια ταινία γυρισμένη στην Κύπρο, με Κύπριους ηθοποιούς να μιλάνε στην τοπική διάλεκτο, προβάλλεται σε ένα φημισμένο διεθνές φεστιβάλ.

 

Όσο κι αν ακούγεται παράξενο, αυτή η κορυφαία εκδήλωση του κυπριακού κινηματογράφου διεξάγεται σε συνθήκες ημιπαρανομίας. Το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, που συμμετέχει στην παραγωγή με ποσοστό 20%, έστειλε επιστολή στον Π. Χρυσάνθου και τον προειδοποιεί με νομικά μέτρα, στην περίπτωση που θα προχωρήσει σε δημόσια προβολή της ταινίας. Η αφορμή είναι η άρνηση του σκηνοθέτη να κόψει μια σκηνή που παρουσιάζει μια εκτέλεση σε μια εκκλησία, την εποχή της ΕΟΚΑ. Η αιτία, κατά τον Χρυσάνθου, είναι η διαφωνία ακραίων εθνικιστών με τα μηνύματα συμφιλίωσης που στέλνει η ταινία και η επιρροή που έχουν οι δυνάμεις αυτές στη σημερινή κυβέρνηση της Κύπρου. Ο Πανίκος Χρυσάνθου αρνήθηκε να συμμορφωθεί και κατήγγειλε το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού για λογοκρισία.

 

- Αρχικά πείτε μας λίγα λόγια για το σενάριο.

 

«Είναι μια ταινία που περιγράφει τον έρωτα ενός Τουρκοκύπριου και μιας Ελληνοκύπριας με φόντο την ιστορία της Κύπρου από την εποχή της ΕΟΚΑ μέχρι το 1974. Το σενάριο στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα και η ιστορία εκτυλίσσεται στην απομονωμένη περιοχή του Ακάμα, της επαρχίας Πάφου, απ' όπου και ο τίτλος της».

 

- Γράψατε το σενάριο, κάνατε τη σκηνοθεσία, οργανώσατε την παραγωγή. Τελικά, μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει από μόνος του μια ταινία;

 

«Εχει δίκιο κάποιος να θέτει αυτό το ερώτημα. Ας το απαντήσω όμως με μια σειρά από εξίσου προκλητικές ερωταπαντήσεις: Μπορεί ένας άνθρωπος να κάμει μια ταινία στην Κύπρο, όπως την κάμνει κάποιος συνάδελφός του σε χώρες του ίδιου περίπου γεωγραφικού διαμετρήματος με την Κύπρο όπως το Λουξεμβούργο, η Ισλανδία ή η Σλοβενία; Εκεί φτιάχνουν ταινίες με ορθολογιστικό τρόπο. Υπάρχουν οι παραγωγοί, οι σκηνοθέτες, οι διευθυντές παραγωγής και η κρατική αρωγή. Εχεις ακούσει να υπάρχει στην Κύπρο κάποιος παραγωγός; Ή έχεις καταλάβει να υπάρχει κάποια πολιτική και κάποιο σχέδιο για την υποστήριξη του κινηματογράφου στην Κύπρο - για να μην πω του πολιτισμού; Η Μελίνα Μερκούρη έλεγε ότι ο πολιτισμός έχει το ίδιο βάρος που έχει η στρατιωτική άμυνα. Πόσοι το καταλαβαίνουν αυτό σε μια χώρα που το μοναδικό της αξίωμα είναι το να αποχτάς χρήμα χωρίς όρια ηθικής και χωρίς περιορισμούς στις μεθόδους σου; Και, για να πούμε και την άλλη πλευρά, είδες στην Κύπρο ποτέ διανοουμένους να διεκδικούν μια πολιτιστική πολιτική;».

 

- Μπορεί μια ταινία, που έγινε χωρίς όλη αυτήν την υποστήριξη που έχετε περιγράψει, να σταθεί σε ένα διεθνές φεστιβάλ;

 

«Το να επιχειρήσεις να κάμεις μια ταινία που να έχει φιλοδοξίες να σταθεί δίπλα σε ευρωπαϊκές ταινίες είναι μια υπόθεση που επεκτείνεται πέρα από τον χώρο της ορθολογισμού. Είναι ένα ρίσκο, που μόνο όσοι έχουν μια μεγάλη αγάπη και ένα πάθος γι' αυτό που κάμνουν είναι δυνατόν να το αναλάβουν».

 

«Σκηνοθέτες-εργολάβοι»

 

- Ωστόσο, γίνονται ταινίες στην Κύπρο.

 

«Με τους ισχύοντες κανόνες του παιχνιδιού, που λέγεται κινηματογραφική παραγωγή στην Κύπρο, επιτρέπουν να γίνονται ταινίες ρουτίνας, που απλώς δικαιολογούν το ξόδεμα κάποιων χρημάτων κάθε χρόνο και παράγουν σκηνοθέτες-εργολάβους».

 

- Εσείς πώς καταφέρατε και δημιουργήσατε μέσα σ' αυτό το καταθλιπτικό περιβάλλον που περιγράφετε;

 

«Η εμπειρία μου μοιάζει σαν μια σουρεαλιστική ιστορία, που συμβαίνει μόνο σε ταινίες. Αμα κάτσω και σκεφτώ πόσο δύσκολη δουλειά ήταν να πραγματοποιηθεί αυτή ταινία και, αντί να συγκεντρωθώ σ' αυτήν τη δουλειά, ξόδεψα απίστευτα μεγάλο χρόνο και ενέργεια για ανόητες ιστορίες, για να αντιμετωπίζω τρικλοποδιές και γραφειοκρατικές μπαγαποντιές, τότε καταλαβαίνω ότι όλα αυτά μόνο στη χώρα του παραλόγου συμβαίνουν».

 

Σκηνή από την ταινία Ακάμας

- Καλά, δεν υπάρχουν ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι στην κυβέρνηση που να μπορούν να ανακόψουν αυτές τις νοοτροπίες;

 

«Και βέβαια υπάρχουν, αλλά είναι παροπλισμένοι. Αν αληθεύει αυτό που ακούω να ψιθυρίζεται τις τελευταίες μέρες (ότι δηλαδή η λογοκρισία της ταινίας είναι το αποτέλεσμα μιας υπόσχεσης που ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έδωσε σε μια μικρή ομάδα ΕΟΚΑβητών, κι ότι το υπουργείο απλώς προσπαθεί να βρει προσχήματα για μια ειλημμένη απόφαση, που πάρθηκε πριν ακόμη κανένας δει την ταινία), τότε πού αλλού ζούμε παρά στη χώρα του παραλόγου;».

 

Κυπριακός σουρεαλισμός

 

- Δεν σκεφτήκατε να πάτε να δείτε τον πρόεδρο και να του μιλήσετε;

 

«Να σας πω την αλήθεια, μια και όλα γύρω κινούνται στον χώρο του σουρεαλισμού, θα ήταν καλή ιδέα να κάμω κι εγώ μια σουρεαλιστική κίνηση: να προσπαθήσω να δείξω την ταινία στον ίδιο τον πρόεδρο! Στο κάτω-κάτω, έχει κι αυτός μια κόρη που ήταν παραγωγός ενός ντοκιμαντέρ. Όταν καταλαβαίνει όλους αυτούς τους παραΕΟΚΑβητατζήδες, που κάμνουν φασαρία πριν καν δουν ένα έργο, γιατί να μην καταλάβει και κάποιον που ζει την ίδια επαγγελματική τραγωδία που ζει και η κόρη του; Τι είναι, δηλαδή, αυτός ο άνθρωπος κι όλοι τον φοβούνται; Δεν είναι σαν κι εμάς; Ακόμα κι αυτός ο πεισματάρης των πεισματάρηδων, ο Αχιλλέας, λύγισε όταν ο Λαέρτης τού θύμισε τον πατέρα του και του έδωσε το νεκρό σώμα του Έκτορα. Γιατί δηλαδή εγώ να μην τον πείσω με συνειρμούς γύρω από την κόρη του;».

 

- Ας επιστρέψουμε στην πραγματικότητα. Η προηγούμενή σας ταινία-ντοκιμαντέρ, «Το τείχος μας», δεν προβλήθηκε από καμιά κυπριακή τηλεόραση. Τι ελπίζετε για τον «Ακάμα»;

 

«Στα όνειρά μου, όταν κάμνω μια ταινία, δεν υπάρχει ποτέ κάποιο κυπριακό κανάλι, κι έτσι δεν με στενοχωρεί καθόλου που σήμερα δεν δείχνουν τις ταινίες μου. Για να είμαι ειλικρινής, δεν πιστεύω ότι οι ταινίες μου ταιριάζουν στο πρόγραμμα οποιουδήποτε από τα κανάλια μας. Είναι ξένο σώμα γι' αυτά. Η ταινία προβλήθηκε από την ΕΡΤ, από το ARTE, το ZDF, αυτή είναι μια τιμή γι' αυτήν και μια αναγνώριση της καλλιτεχνικής της αξίας».

 

Οι άλλοι της Κύπρου

 

- Τότε, για ποιον κάνετε τις ταινίες; Για τους ξένους;

 

«Στα όνειρά μου υπάρχουν οι άνθρωποι της Κύπρου, τουλάχιστον αυτοί που δεν έχουν ακόμα πουλήσει την ψυχή τους, κάποιοι που έχουν ακόμα μια αγνότητα μέσα τους κι αντιστέκονται με τον άλφα ή βήτα τρόπο στην ισοπέδωση των αξιών που συντελείται σήμερα στην πατρίδα μας».

 

- Αυτοί όμως είναι μια μικρή μειοψηφία. Πώς θα επηρεάσετε τις μάζες από το περιθώριο;

 

«Εγώ πιστεύω πως αυτό που ζούμε σήμερα στην Κύπρο δεν είναι κάτι το εσαεί αμετάβλητο. Εξάλλου, τι είναι αυτό που βάζει μπρος τις μηχανές μας και δουλεύουν; Δεν είναι η πίστη ότι κάτι θ' αλλάξει προς αυτό που πιστεύουμε ότι είναι καλύτερο; Θα έκαμνα τον "Ακάμα" μπαίνοντας σε μια περιπέτεια, αν πίστευα ότι στο τέλος όλα είναι μάταια και τίποτα δεν αλλάζει;».

 

- Τι σημαίνει η προβολή μιας καθαρά κυπριακής ταινίας, στην κυπριακή διάλεκτο, σε ένα διεθνές φεστιβάλ;

 

«Μα αυτό είναι το μεγαλείο των φεστιβάλ: που μπορούν και αξιολογούν τις "μικρές" κουλτούρες και τις προσφέρουν σε ένα παγκόσμιο κοινό, που υπάρχει, που έχει ευαισθησίες και μπορεί να πιάνει τους παλμούς μιας ψυχής στην Τεχεράνη ή στην Μπουρκίνα Φάσο, και να τους βάζει δίπλα σ' εκείνους των μεγάλων του σινεμά, είτε έρχονται από το Χόλιγουντ είτε από τη Ρώμη είτε από τη Στοκχόλμη. Εμείς στην Κύπρο τι θα "πουλήσουμε"; Τα μεγάλα show; Δεν έχουμε ούτε τα κότσια ούτε το χρήμα για να τα κάμουμε. Τους μεγάλους αστέρες; Αυτοί κατοικούν αποκλειστικά στο Χόλιγουντ. Πάντα πίστευα ότι αυτό που μπορούμε να "πουλήσουμε" είναι μόνο η καρδιά μας, η αυθεντικότητά μας, άμα έχουμε κάτι τέτοιο».

 

Ορφανός ο «Ακάμας»;

 

- Η ταινία είναι μια συμπαραγωγή με το υπουργείο Πολιτισμού, που δεν είναι τώρα στη Βενετία. Τι σημαίνει που είναι η ταινία σας ορφανή;

 

«Δεν αισθάνομαι ότι η ταινία μου είναι ορφανή. Το υπουργείο ήταν από την αρχή εχθρικό μαζί της κι έδειξε ποικιλοτρόπως ότι δεν ήθελε αυτό το παιδί να γεννηθεί. Αντίθετα, το Φεστιβάλ της Βενετίας με κάμνει να ελπίζω ότι ο "Ακάμας" θα κάμει φιλίες και δεν θα βιώσει τη μοναξιά και την απόρριψη. Ταυτόχρονα ζω μια πρωτόγνωρη εμπειρία συμπαράστασης από τους ανθρώπους της Κύπρου, που παρόμοιά της μόνο στο Πολυτεχνείο της Αθήνας μου έτυχε να ξαναζήσω - και μέσα στις ταινίες φυσικά. Νόμιζα ότι η Κύπρος, μέσα στην ευδαιμονία της, δεν ξέρει τι θα πει πολιτική αλληλεγγύη - το λέω με την έννοια της συμπαράστασης όχι σε συγγενείς, γνωστούς και φίλους, που υπάρχει στην Κύπρο, αλλά σε άγνωστους, με τους οποίους μας δένει κάποιος κοινός στόχος. Αυτό με κάμνει να νιώθω ότι αυτός ο τόπος δεν είναι χαμένος κι ότι αξίζει να πολεμάς για καλύτερες μέρες».

 

Σκηνή από την ταινία

- Εσείς καταγγέλλετε μια υπόθεση λογοκρισίας. Το υπουργείο Παιδείας ισχυρίζεται ότι παραβιάσατε το συμβόλαιό σας. Γιατί να θέλει μια κυβέρνηση να λογοκρίνει μια ταινία;

 

«Η λογοκρισία είναι μια έκφραση των τάσεων ολοκληρωτισμού που έχει ένα καθεστώς. Δείχνει τον φόβο του απέναντι στις ιδέες, γιατί τις θεωρεί επικίνδυνες για το ίδιο. Δεν έχει αυτοπεποίθηση, με άλλα λόγια δεν πιστεύει ότι αυτά που πρεσβεύει και προβάλλει προς τα έξω είναι σωστά και μπορούν να σταθούν και να αντισταθούν σε κριτική και αντιπαράθεση. Στον τόπο μας υπήρχε πάντα, νομίζω, μια τάση ισοπέδωσης των απόψεων -κάποτε λιγότερο και κάποτε περισσότερο- κάτι που έχει να κάμει με τη ψυχολογία του μικρού κι απομονωμένου χώρου, που είναι δύσπιστος στη διαφορετικότητα. Σήμερα, ωστόσο, αυτή η τάση τείνει να πάρει επικίνδυνες διαστάσεις, καθώς ιδεολογικοποιείται με προφανείς πολιτικές σκοπιμότητες».

 

Το δημοψήφισμα

 

- Το συνδέετε αυτό με τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις;

 

«Βεβαίως. Η ηγεσία της Κύπρου δεν έχει ακόμη απαλλαχτεί από το σύνδρομο του δημοψηφίσματος. Ενώ η κυβέρνηση υπήρξε ο θριαμβευτής πείθοντας με τη λογική της τη μεγάλη πλειοψηφία του ελληνοκυπριακού πληθυσμού, συμπεριφέρεται με τόσο μένος ενάντια σ' αυτούς που είχαν μια διαφορετική λογική και που έχασαν, λες και η ίδια είναι η ηττημένη και η αδικημένη».

 

- Πάντως, ο «Ακάμας» πολεμήθηκε ως «ανθελληνική» ταινία, πριν καν ολοκληρωθούν τα γυρίσματα, σε μια περίοδο που ήταν ακόμη νωπός ο διχασμός για το «ναι» και το «όχι».

 

«Νομίζω ότι ο διχασμός είναι στρατηγική των κυβερνώντων, επειδή δεν είναι βέβαιοι για τις επιλογές τους. Βρίσκω αστείο που ξεσηκώνεται τόσος κόσμος και επιστρατεύονται "εκλεχτά" μέλη της κοινωνίας για να εξουδετερώσουν μια ταινία, που, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορεί ν' αλλάξει πολλά πράματα. Κάτι μου λέει ότι υπάρχει ένας μηχανισμός που κινεί τα νήματα της αντίστασης ενάντια στους "βέβηλους" της ιστορίας μας. Ενας από τους πρωταγωνιστές της καμπάνιας στην Πάφο σταμάτησε τις επιθέσεις του στον "Ακάμα" με μια δήλωση σε τοπικό μέσο ενημέρωσης, που έλεγε ότι ανώτερος αξιωματούχος του κράτους τούς διαβεβαίωσε ότι "η ταινία δεν θα προβληθεί ποτέ"».

 

- ...Επειδή υπονομεύει την κυπριακή ιστορική πραγματικότητα.

 

«Τα επιχειρήματα για υπονόμευση της ιστορικής πραγματικότητας είναι αστεία. Ποιος έχει το αποκλειστικό προνόμιο της ιστορικής πραγματικότητας; Και ποιος είναι αυτός που γνωρίζει τι θα πει ο άλλος πριν το πει και νομίζει ότι νομιμοποιείται να ζητά την απαγόρευση αυτού που δεν είπε αλλά πρόκειται να πει; Αυτοί που έζησαν τέτοια φαινόμενα τα ονόμασαν φασισμό και δικτατορία. Φυσικά, εμείς εδώ δεν έχουμε φασίστες. Μόνο κάποιους αξιοπρεπείς κυρίους και κυρίες, που σε εκβιάζουν για να κλείσεις το στόμα, ενώ σιχαίνονται τη λογοκρισία. Που ζητούν την απαγόρευση της σκέψης σου πριν καν εκφραστεί, ενώ είναι ακραιφνείς δημοκράτες...».


Μακάριος Δρουσιώτης

Ελευθεροτυπία

06/09/2006