• Τετάρτη 28 Ιουλίου 2021

Η πρώτη διχοτόμηση | Κριτικές

ΠΩΣ η ελληνική Αεροπορία δεν βομβάρδισε τον τουρκικό και ενδεχομένως τον Εκτο Στόλο

Παιχνίδια πολέμου στην Κύπρο και η οργή του Παπανδρέου

Το νέο βιβλίο του Μακάριου Δρουσιώτη, «Η Πρώτη Διχοτόμηση», κυκλοφορεί στην Ελλάδα αυτές τις μέρες. Το βιβλίο στηρίζεται στο μεγαλύτερό του μέρος σε πρωτογενές αρχειακό υλικό από τα εθνικά αρχεία των ΗΠΑ και της Βρετανίας και συμπληρώνεται από πληροφορίες από κυπριακές πηγές.

Ο Μακάριος με τον Παπανδρέου στο Καστρί. Πίσω τους ο Σπύρος Κυπριανού, ο Πολύκαρπος Γιωρκάτζης και ο Ανδρέας Παπανδρέου

 

Το βιβλίο εκδόθηκε από τις κυπριακές εκδόσεις «Αλφάδι» και διανέμεται στην Ελλάδα από τα «Ελληνικά Γράμματα».

 

Το βιβλίο αναφέρεται στην κυπριακή κρίσης της περιόδου 1963-64 και περιλαμβάνει τις ακόλουθες ενότητες:

  • Τα προβλήματα στην εφαρμογή των Συμφωνιών της Ζυρίχης, δυνάμει των οποίων η Κύπρος απέκτησε την ανεξαρτησία της.
  • Η απόπειρα του Μακαρίου να τροποποιήσει το κυπριακό Σύνταγμα.
  • Ο παρασκηνιακός ρόλος της Βρετανίας.
  • Οι ελληνοκυπριακές παρακρατικές οργανώσεις και η σχέση τους με τον ΙΔΕΑ.
  • Η τουρκοκυπριακή οργάνωση ΤΜΤ και η σχέση της με το τουρκικό βαθύ κράτος.
  • Η αποστολή του Γρίβα και της ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο για να ελέγξουν τον Μακάριο και γενικά την εσωτερική κατάσταση.
  • Η πρωτοβουλία των ΗΠΑ για ένωση με εδαφικά ανταλλάγματα στην Τουρκία.
  • Τα σχέδια Ατσεσον.
  • Η διαρκής κρίση στις σχέσεις Μακάριου - Γ. Παπανδρέου.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της περιόδου είναι οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Κύπρο, τον Αύγουστο του 1964, που έφεραν την Ελλάδα και την Τουρκία στα πρόθυρα του πολέμου. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι περίληψη από το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου:

 

Ως αποτέλεσμα της κατάρρευσης των Συμφωνιών της Ζυρίχης και της αποσκίρτησης των Τουρκοκυπρίων από την Κυπριακή Δημοκρατία, το Δεκέμβριο του 1963, ο Μακάριος επανέφερε το στόχο της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου με τον Γεώργιο Γρίβα, ύστερα από συνάντηση που είχαν στο Καστρί. Δεξιά του Γρίβα ο Πέτρος Γαρουφαλιάς και αριστερά του Παπανδρέου ο Σταύρος Κωστόπουλος

Οι ΗΠΑ συνηγορούσαν υπέρ της ένωσης, αλλά με εδαφικά ανταλλάγματα προς την Τουρκία, δηλαδή ένα είδος διπλής ένωσης. Ομως, ο Μακάριος ήθελε την ένωση ατόφια. Στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου δεχόταν ασφυκτικές πιέσεις από τις ΗΠΑ να ελέγξει τον Μακάριο, αλλά αδυνατούσε να ανταποκριθεί. Ο Μακάριος ήξερε τον τρόπο να απευθύνεται απευθείας στον ελληνικό λαό και να καθορίζει την ελληνική εξωτερική πολιτική. Ο Παπανδρέου αποδέχτηκε τελικά να συμμετέχει η Ελλάδα μαζί με την Τουρκία σε συνομιλίες στη Γενεύη για την επίλυση του Κυπριακού, στη βάση της ένωσης. Επιδιαιτητής είναι ο πρώην ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, Ντιν Ατσεσον.

 

 

Ξεκινούν οι μάχες

 

Στη μέση αυτής της διαδικασίας, την οποία ο Μακάριος υπονόμευε συστηματικά, ξέσπασαν πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή του τουρκοκυπριακού θυλάκου Μανσούρας - Κοκκίνων, βορειοδυτικά της Κύπρου. Την αφορμή έδωσε η ενίσχυση από τη θάλασσα των τουρκοκυπριακών δυνάμεων με στρατιωτικό υλικό από την Τουρκία. Τις επιχειρήσεις οργάνωσε, με την έγκριση του Μακάριου, ο Γεώργιος Γρίβας, ο οποίος είχε επιστρέψει στην Κύπρο και ανέλαβε καθήκοντα στρατιωτικού διοικητή. Ταυτόχρονα είχε εγκατασταθεί στην Κύπρο μια ελληνική μεραρχία με κύρια αποστολή να ελέγξει τον Μακάριο και την εσωτερική κατάσταση.

 

Η ελληνική κυβέρνηση, που δεν ήταν ενήμερη της απόφασης των Μακάριου και Γρίβα να εκκαθαρίσουν τον τουρκοκυπριακό θύλακα, αντέδρασε με διαταγή για τερματισμό των επιχειρήσεων. Το μήνυμα του Παπανδρέου διαβιβάστηκε προς τον Γρίβα, ο οποίος αρνήθηκε να συμμορφωθεί και κλιμάκωσε τις επιχειρήσεις.

 

Το απόγευμα της 8ης Αυγούστου, η Τουρκία αντέδρασε με σφοδρούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς των ελληνοκυπριακών θέσεων, με αποτέλεσμα την πλήρη αποδιοργάνωσή τους. Υστερα από τους βομβαρδισμούς, ο Γρίβας εγκατέλειψε το μέτωπο του πολέμου, κλειδώθηκε στο σπίτι του και παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του, επειδή δεν υπάκουσε στη διαταγή της ελληνικής κυβέρνησης, στην οποία ήταν υπόλογος ως αξιωματικός του ελληνικού Στρατού.

 

Η νύχτα της 8ης προς την 9η Αυγούστου ήταν αγωνιώδης. Η κυπριακή κυβέρνηση είχε πληροφορίες για κινήσεις τουρκικών πλοίων προς την Κύπρο. Η Εθνική Φρουρά ήταν ακέφαλη και αποδιοργανωμένη. Η κυβέρνηση της Κύπρου αποτάθηκε στην Αθήνα, ζητώντας να κινητοποιήσει την ελληνική μεραρχία. Ομως, ο υπουργός Αμυνας Πέτρος Γαρουφαλιάς ήταν ανένδοτος στη χρησιμοποίηση ελληνικών στρατευμάτων στην Κύπρο. Στις 10.00 το πρωί της 9ης Αυγούστου, η τουρκική αεροπορία επανέλαβε τις αεροπορικές επιδρομές, βομβαρδίζοντας με ναπάλμ τον άμαχο πληθυσμό. Συνολικά σκοτώθηκαν 53 και τραυματίστηκαν 125 άμαχοι.

 

 

Σχέδια για αντίποινα

 

Ο Μακάριος με τον υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπολ, στο προεδρικό μέγαρο στη Λευκωσία

Στο εσωτερικό μέτωπο η κατάσταση ήταν άσχημη και το ηθικό του πληθυσμού καταρρακωμένο. Ο υπουργός Εσωτερικών και Αμυνας Πολύκαρπος Γιωρκάτζης έστειλε στον υπουργό Εθνικής Αμυνας Πέτρο Γαρουφαλιά το ακόλουθο τηλεγράφημα: «Ηθικόν καταπίπτει επικινδύνως, ανάγκη δυναμικής επεμβάσεως Ελλάδος, άλλως καταστροφή ανεπανόρθωτος. Γίνεται σκέψις, εάν βομβαρδισμοί συνεχισθώσι μέχρι 15.30, επιτεθώσιν Ε/Κ εναντίον Τουρκικών χωριών».

 

Την απειλή - προειδοποίηση για επιθέσεις εναντίον των Τουρκοκυπρίων διαβίβασε αυτοπροσώπως, στις 6 Αυγούστου 1964, στον πρέσβη των ΗΠΑ στη Λευκωσία Τέιλορ Μπέλσερ, από το στενό συνεργάτη του Γιωρκάτζη και υπουργό Εργασίας Τάσσο Παπαδόπουλο, ύστερα από πληροφορίες ότι τουρκικά πολεμικά πλοία προσέγγιζαν τις ακτές της Κύπρου.

 

Σύμφωνα με ενημερωτικό σημείωμα του Μπέλσερ, ο Παπαδόπουλος είπε πως οι Ελληνοκύπριοι είχαν σχέδια για «να τακτοποιήσουν την εσωτερική κατάσταση» σε περίπτωση που οι Τούρκοι έκαναν εισβολή. «Αν ο τουρκικός στόλος εισέλθει εντός των νέων ορίων των 12 μιλίων [των χωρικών υδάτων] θα το θεωρήσουμε ως έναρξη εισβολής. Υπολογίζουμε ότι αυτό θα μας δώσει 75 λεπτά για να καθαρίσουμε τους Τουρκοκυπρίους, ώστε να μπορέσουμε να αμυνθούμε, και έχουμε σχέδια και μέσα για να το πράξουμε».

 

 

Το τελεσίγραφο

 

Στις 9 Αυγούστου, το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να δοθεί τελεσιγραφική προειδοποίηση προς την Τουρκία ότι, αν δεν σταματούσαν οι βομβαρδισμοί μέχρι τη 1.30, η κυβέρνηση θα διέτασσε γενική επίθεση κατά των τουρκοκυπριακών χωριών.

 

Οπως αναφέρει ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς Γεώργιος Καραγιάννης, «την απόφασιν ταύτην μοι ανεκοίνωσεν ο υπουργός Γεωρκάτζης όστις και μου εζήτησεν να υποδείξω δύο τουρκικά χωριά άτινα να καταστραφώσιν μετά την εκπνοήν της προθεσμίας». Ο Καραγιάννης αναφέρει ότι αρνήθηκε να αναλάβει καθήκοντα «εκτελεστού ανυπεράσπιστων ανθρώπων».

 

Η κυπριακή κυβέρνηση διαβίβασε το τελεσίγραφό της στην αμερικανική πρεσβεία στη Λευκωσία και αμέσως ενημερώθηκε ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζορτζ Μπολ με το ακόλουθο μήνυμα: «Μου τηλεφώνησε ο Γιωρκάτζης, ο οποίος ξεκαθάρισε με τον πρόεδρο πως, αν οι τουρκικοί βομβαρδισμοί δεν σταματήσουν μέχρι τις 3.30 το απόγευμα, οι Ελληνοκύπριοι θα επιτεθούν σε τουρκοκυπριακά χωριά σε άλλα μέρη του νησιού, χωρίς να γνοιάζονται για τους κατοίκους». Ο Γιωρκάτζης είπε στον πρέσβη των ΗΠΑ πως «η απόφαση που λήφθηκε ήταν αμετάκλητη». Ο Μπολ διαβίβασε το κυπριακό τελεσίγραφο στον πρέσβη των ΗΠΑ στην Αγκυρα Χέαρ, με την οδηγία «Παρακαλώ κάνε ό,τι είναι δυνατόν για να προλάβουμε τη σφαγή», Ο Χέαρ συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Ινονού, ο οποίος απέρριψε το τελεσίγραφο, λέγοντας πως επρόκειτο για εκβιασμό και ότι η εμπειρία είχε αποδείξει πως «το να υποκύπτεις σε τέτοιες απειλές κάνει τον Μακάριο πιο αδιάλλακτο».

 

 

Ο Μπολ έδωσε οδηγίες και στον πρέσβη των ΗΠΑ στη Λευκωσία Μπέλσερ να πληροφορήσει την κυπριακή κυβέρνηση ότι οι Αμερικανοί επεδίωκαν κατεπειγόντως τον τερματισμό των τουρκικών αεροπορικών επιδρομών. «Εάν ο Μακάριος διατάξει γενική επίθεση, θα κατηγορηθούν ως δολοφόνοι και η ευρείας κλίμακας εισβολή θα είναι αναπότρεπτη».

Ελληνοκύπριοι έχουν καταλάβει το αρχηγείο των Τουρκοκυπρίων στη Μανσούρα

 

Ταυτόχρονα με τους Αμερικανούς κινητοποιήθηκαν και οι Βρετανοί, με σκοπό να αποτρέψουν τον Μακάριο από το να υλοποιήσει το τελεσίγραφό του. Ο ύπατος αρμοστής της Βρετανίας κατέβαλε μια δραματική προσπάθεια να εξασφαλίσει παράταση χρόνου, αλλά ο Μακάριος ήταν αρνητικός. Τελικά, στις 4.30, μία ώρα μετά την εκπνοή του τελεσίγραφου, οι Βρετανοί εξασφάλισαν παράταση μέχρι τις 6.30. Υστερα από δεύτερο διάβημά τους, ο Μακάριος συμφώνησε στις 7.00 το βράδυ να αναβάλει το χρονοδιάγραμμα του τελεσίγραφου, χωρίς να ορίσει νέο χρονικό όριο.

 

 

«Ηπατήθην»

 

Στο μεταξύ, η αμερικανική διπλωματία ήταν εξαιρετικά ανήσυχη από την αδυναμία του Παπανδρέου να ελέγξει τον Μακάριο και τον Γρίβα. Απευθυνόμενος στον Ατσεσον στη Γενεύη, ο Τζορτζ Μπολ τού έγραφε πως ο Παπανδρέου «απέτυχε να φέρει σε πέρας την υποχρέωση να αποτρέψει τους Ελληνοκυπρίους από στρατιωτικές επιχειρήσεις που μπορούσαν να εκτραχύνουν την κατάσταση. Αυτή ήταν η δικαιολογία του για την παρουσία του Γρίβα στο νησί [...] και για την εκεί ανάπτυξη ελληνικών στρατευμάτων». Η θέση του Μπολ ήταν πως έπρεπε να γίνει «σκληρή παρατήρηση» στον Παπανδρέου με έκφραση λύπης «για την παρασπονδία», ώστε η ελληνική κυβέρνηση να πάρει το μήνυμα ότι έπρεπε να αφήσει τα λόγια και να έλθει σε συμφωνία για το Κυπριακό στη βάση των εισηγήσεων του Ατσεσον.

 

Στην Αθήνα ο Παπανδρέου κάλεσε στο γραφείο του τον πρέσβη της Κύπρου Νίκο Κρανιδιώτη και του εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί και διερωτήθηκε μήπως οι επιχειρήσεις της Μανσούρας είχαν σκοπό να τορπιλίσουν τις συνομιλίες της Γενεύης και σε μια έκρηξη οργής είπε στον Κρανιδιώτη: «Ηπατήθην! Εθεσα εις την διάθεσίν σας τα πάντα. Ηνάλωσα τον εαυτόν μου διά την εξυπηρέτησιν της κοινής εθνικής υποθέσεως. Και εν τούτοις δεν τηρούμαι ενήμερος ακόμη και επί σοβαρών γεγονότων, ως είναι τα γεγονότα της Μανσούρας».

 

 

Ο Γρίβας επιμένει

 

Σύμφωνα με ενημέρωση που έκανε ο Γιωρκάτζης στην αμερικανική πρεσβεία, η κυπριακή κυβέρνηση απέσυρε την απειλή για εκκαθαρίσεις Τουρκοκυπρίων, όταν η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύτηκε να στείλει στην Κύπρο πέντε πολεμικά αεροπλάνα, προς ενίσχυση της άμυνας του νησιού. Τα αεροπλάνα τύπου «Χάρβαρτ» αναμένονταν στην Κύπρο τα μεσάνυχτα της 9ης Αυγούστου. Νωρίτερα το ίδιο βράδυ είχαν εντοπιστεί τέσσερα τουρκικά πλοία να κινούνται προς τα Κόκκινα, ενώ στην περιοχή περιπολούσε ένα αεροπλανοφόρο του Εκτου Στόλου, μαζί με τα πλοία που το συνόδευαν. Ο Γρίβας, ο οποίος στο μεταξύ επέστρεψε στα καθήκοντά του, εκτίμησε ότι θα γινόταν αποβατική ενέργεια και ζήτησε έγκριση από τον Γαρουφαλιά να χρησιμοποιήσει τα πέντε «Χάρβαρτ» για να χτυπήσει τα τουρκικά πλοία. Εγραψε σχετικά στο βασιλιά Κωνσταντίνο: «Εδωσα εντολήν όπως τα αεροσκάφη αφού εφοδιασθούν διά βομβών κ.λπ. προσβάλουν τα τουρκικά σκάφη. Μου ανεφέρθη εντός 1 1/2 ώρας από της προσγειώσεώς των θα είναι έτοιμα διά δράσιν και προς τούτο καθωρίσθησαν αι λεπτομέρειαι προσβολής». Τα αεροσκάφη είχαν αφιχθεί στις 11.30 το βράδυ, αλλά λόγω της πρόθεσης του Γρίβα να διατάξει βομβαρδισμό των τουρκικών πλοίων, έφτασε σχεδόν αμέσως μετά την προσγείωσή τους νεότερη διαταγή του υπουργείου Εθνικής Αμυνας της Ελλάδας να επιστρέψουν στις βάσεις τους, παρά τις εκκλήσεις του Γρίβα «όπως κτυπήσουν τους καθορισθέντας στόχους».

 

Στη χρησιμοποίηση της Αεροπορίας επέμεινε φορτικά και ο Γιωρκάτζης, ο οποίος προσπάθησε να πείσει τον Γαρουφαλιά λέγοντάς του πως η Τουρκία είχε ανταποκριθεί αμέσως στο αίτημα των Τουρκοκυπρίων για αεροπορική κάλυψη. Ο Γαρουφαλιάς παρέμεινε αμετάπειστος, επικαλούμενος τον κίνδυνο ελληνοτουρκικού πολέμου και επέρριψε τις ευθύνες στην κυπριακή ηγεσία, διότι είχε ενεργήσει χωρίς συνεννόηση με την Αθήνα.

 

Τα τουρκικά πλοία παρέμειναν τελικά 100 μέτρα μακριά από την ακτή των Κοκκίνων. Με λέμβους αποβιβάστηκαν περίπου 40 άντρες με εφόδια και πολεμικό υλικό και παραλήφθηκαν οι τραυματίες και οι Τούρκοι αξιωματικοί που ήταν συγκεντρωμένοι στα Κόκκινα. Μαζί τους επιβιβάστηκε σε ένα από τα πλοία και ο Ραούφ Ντενκτάς. Ακολούθως, τα τουρκικά πολεμικά απέπλευσαν για την Τουρκία.

 

Με την αποχώρηση των πλοίων και την τήρηση της συμφωνία κατάπαυσης του πυρός που είχε επιτευχθεί η κρίση αποκλιμακώθηκε. Εάν ο Μακάριος υλοποιούσε το τελεσίγραφό του και διέταζε επιχειρήσεις κατά των αμάχων, η Τουρκία θα απαντούσε με αντίποινα. Ο Τούρκος στρατηγός Τουργούτ Σουνάλπ, αναφερόμενος στον κίνδυνο σφαγής των Τουρκοκυπρίων στην περίπτωση εισβολής, είπε στον Ατσεσον: «Εάν σκοτώσουν Τούρκους, εμείς θα σκοτώσουμε διπλάσιους Ελληνες». Επίσης, εάν εισακουόταν ο Γρίβας και βομβάρδιζε τα τουρκικά πλοία και ενδεχομένως από λάθος το τμήμα του Εκτου Αμερικανικού Στόλου που περιπολούσε στην περιοχή, η τουρκική στρατιωτική επέμβαση θα ήταν αναπόφευκτη και ένας γενικευμένος ελληνοτουρκικός πόλεμος πολύ πιθανός.


Ελευθεροτυπία

16/04/2005