Greek

Greek

English

English

Turkish

Turkish

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

Αρχική Σελίδα

Εξειδικευμένη Αναζήτηση Επικοινωνία Αρχική Σελίδα
Στήλες
Επικαιρότητα
Οικονομική Κρίση
Κυπριακό
Πολιτική - Κόμματα
Συνεντεύξεις
Η άλλη πλευρά
ΜΜΕ
Ιστορία
Ερευνες - Αφιερώματα
Πραξικόπημα
1960 -1967
ΕΟΚΑ
Εισβολή
1968 -1974
Πρόσωπα
Διάλογοι
Το Δηλητήριο
Περιρρέουσα Ατμόσφαιρα
Συγγραφικό Έργο
Βιογραφικό
Συνδέσεις Links

Αναζήτηση >>

Εξειδικευμένη Αναζήτηση

Alfadi Publications

On-Line Αγορές - On-Line Sales

Επέτειος Ανεξαρτησίας: Η κατάρρευση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσα από τα μάτια του Ου Θαντ

Η ευλογία της Ζυρίχης που έγινε "κατάρα"



Αυτές τις μέρες η Κύπρος ετοιμάζεται να γιορτάσει την ανεξαρτησία της. Την ερχόμενη Τετάρτη θα κάνουμε όλοι αργία για να τιμήσουμε την επέτειό της. Όμως, λίγοι είναι αυτοί που θυμούνται ή γνωρίζουν ότι με βάση το σύνταγμά της η Κ.Δ. είναι ένα δικοινοτικό κράτος με Έλληνα πρόεδρο και Τούρκο αντιπρόεδρο (στο σύνταγμα δεν υπάρχει η ορολογία Ελληνοκύπριος, Τουρκοκύπριος, αλλά Έλληνας και Τούρκος), με αναλογία υπουργών 7 προς 3 και μεικτή Βουλή με την ίδια αναλογία μελών.

 

Συχνά, άτομα που εναντιώνονται στη λύση ομοσπονδίας εισηγούνται επιστροφή στο ενιαίο κράτος της Ζυρίχης με Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο και μεικτή Βουλή. Εάν υπήρχε η επιλογή μεταξύ της Ζυρίχης και της ομοσπονδίας, αναμφίβολα η μεγάλη πλειοψηφία θα επέλεγε την επιστροφή στη Ζυρίχη. Τις συμφωνίες της Ζυρίχης τις είχε υμνήσει και ο τέως πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος, λέγοντας πως ήταν "ευλογία" για την Κύπρο και πως η αξία τους δεν είχε εκτιμηθεί σωστά. Σε δημόσια ομιλία του (13/1/2005) είπε πως το Σύνταγμα του '60 "δεν ήταν μεν ένωση με την Ελλάδα, αλλά κάτι καλύτερο: ήταν μια ανεξαρτησία του λαού ολόκληρου".

 

Το πόσο ικανοποιητικό, υπό τις περιστάσεις, ήταν το Σύνταγμα του '60 διαφαίνεται σήμερα από την προσπάθεια του προέδρου Χριστόφια να αναδείξει τη δικοινοτικότητα της Κ.Δ. και να εισαγάγει στο σχέδιο λύσης το προεδρικό σύστημα, με τίμημα την εκ περιτροπής προεδρία.

 

Ο πρόεδρος Μακάριος και ο αντιπρόεδρος Κουτσιούκ επιθεωρούν τα αποσπάσματα της ΕΛΔΥΚ και της ΤΟΥΡΔΥΚ την ημέρα της ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας

Το γιατί κατέρρευσαν οι συμφωνίες της Ζυρίχης, το 1963, είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Αυτό που θα εξετάσουμε είναι την τύχη των μεικτών εκτελεστικών και νομοθετικών οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή την κυβέρνηση και τη Βουλή. Όλες οι πληροφορίες που χρησιμοποιούνται αντλούνται από τις εκθέσεις του γενικού γραμματέα των Η.Ε. Ου Θαντ, που είναι οι πιο αντικειμενικές από όλες τις διαθέσιμες πηγές πληροφοριών. Σημειώνουμε ότι τα στοιχεία αυτά δεν υπάρχουν σε κανένα βιβλίο ιστορίας, παρόλο που η ιστορία μας δεν έχει κανένα ψεγάδι και δεν επιδέχεται καμιάς αναθεώρησης.

 

Μετά την κατάρρευση

 

Αμέσως μετά την κατάρρευση της Ζυρίχης, η τουρκική κυβέρνηση υπό τον Ισμέτ Ινονού προέτρεπε τους Τουρκοκύπριους να επιστρέψουν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Ισμέτ Ινονού, με επιστολή του στον αντιπρόεδρο Φαζίλ Κουτσιούκ (9 Μαρτίου 1964) τον καλούσε να επιδιώξει συνεννόηση με τον Μακάριο για να επιστρέψουν στην κυβέρνηση, πρώτα ο αντιπρόεδρος και οι υπουργοί, και σταδιακά οι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο Κουτσιούκ του απάντησε την επομένη ότι αυτό ήταν αδύνατο, επικαλούμενος κρίση εμπιστοσύνης και φοβίας και πως αν επέμενε οι Τ/Κ αξιωματούχοι θα παραιτούνταν από τα αξιώματά τους.

 

Η τότε τουρκική κυβέρνηση ήταν σε ρήξη με το στρατό και την ΤΜΤ και επιθυμούσε εφαρμογή των συμφωνιών, γι αυτό και εξανάγκασε τον Ραούφ Ντενκτάς να παραμείνει αυτοεξόριστος στην Τουρκία, από το 1964 μέχρι το 1968. Η ηγεσία των Τ/Κ τελούσε υπό την επιρροή του στρατού και της ΤΜΤ που επεδίωκε το διαχωρισμό.

 

Οι Τουρκοκύπριοι δεν ήταν πρόθυμοι να επιστρέψουν στην Κ.Δ., ούτε όμως οι Ελληνοκύπριοι είχαν διάθεση να τους αποδεχτούν. Ήδη από τον Μάρτιο του 1964 η ελληνοκυπριακή ηγεσία αποκήρυξε την ανεξαρτησία και έθεσε στόχο την άμεση ένωση με την Ελλάδα. Μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος αυτός οι Ελληνοκύπριοι διαχειρίζονταν την Κ.Δ. σαν ένα αμιγώς ελληνικό κράτος, καταργώντας μονομερώς τις διατάξεις του Συντάγματος που διασφάλιζαν το δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους. Η άμυνα των Τουρκοκυπρίων στην ενωτική πολιτική των Ελληνοκυπρίων ήταν η άμεση εφαρμογή του Συντάγματος, το οποίο απαγόρευσε την Ένωση και κατοχύρωνε τα δικαιώματα και τα προνόμια που είχαν εξασφαλίσει το '60.

 

Μειονότητα

 

Στις 15 Αυγούστου 1965 έληγε η πενταετής θητεία του προέδρου και της Βουλής της Κ.Δ. Στις 20 Ιουλίου 1965 (σημαδιακή ημερομηνία) το Υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε Νομοσχέδιο με το οποίο παρατεινόταν για ένα χρόνο η θητεία του Προέδρου και της Βουλής. Ενέκρινε, επίσης, την αλλαγή του εκλογικού νόμου, καταργώντας το δικαίωμα των Τουρκοκυπρίων να εκλέγουν με ξεχωριστή διαδικασία τον αντιπρόεδρο και μέλη της Βουλής.

 

Ο νόμος παραβίαζε θεμελιώδη άρθρα (δηλ. δεν υπόκειντο σε τροποποίηση) του Συντάγματος. Επίσης, για την τροποποίηση του εκλογικού νόμου απαιτείτο, σύμφωνα με το σύνταγμα, και η ψήφος της πλειοψηφίας των βουλευτών και των δύο κοινοτήτων. Το νομοσχέδιο παραπέμφθηκε στη Βουλή και οι Τουρκοκύπριοι ζήτησαν προστασία από την ΟΥΝΦΙΚΥΠ για να παραστούν στη συνεδρία. Η ΟΥΝΦΙΚΥΠ έθεσε το αίτημα στον πρόεδρο της Βουλής Γλαύκο Κληρίδη, ο οποίος έθεσε τέτοιους όρους που ισοδυναμούσαν με αποδοχή από τους Τουρκοκύπριους καθεστώτος μειονότητας. "Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η παράγραφος του άρθρου 78 του Συντάγματος που αναφέρεται σε ξεχωριστές πλειοψηφίες έχει καταργηθεί και το κάθε μέλος της Βουλής θα έχει μια ψήφο για όλες τις αποφάσεις", ανέφερε. Η κατάργηση του άρθρου αυτού έγινε μονομερώς, χωρίς καμιά διαδικασία και καμιά συνεννόηση με τους Τουρκοκύπριους.

 

Τρεις Τουρκοκύπριοι βουλευτές συναντήθηκαν με τον Κληρίδη στο γραφείο του στις 22 Ιουλίου 1965 για να συζητήσουν την πρόθεσή τους να επιστρέψουν στη Βουλή και να συμμετέχουν στη συζήτηση και την ψηφοφορία για τον εκλογικό νόμο. Ο Κληρίδης τους ανακοίνωσε την απάντηση που έδωσε και στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ: Η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν αναγνώριζε τις σχετικές διατάξεις του συντάγματος. Την επομένη ο "Φιλελεύθερος" έδωσε την είδηση κάτω από τον εξής τίτλο: "Οι Τουρκοκύπριοι 'βουλευταί' δεν έχουν δικαίωμα επανόδου εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων". Οι βουλευτές που εξελέγησαν με βάση του Σύνταγμα της Κ.Δ. το 1960 ήταν, διαρκούσης της πενταετούς θητείας τους, ψευδοβουλευτές και το αξίωμά τους έμπαινε σε εισαγωγικά. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση και του υπόλοιπου τύπου.

 

Η Βουλή ψήφισε τελικά το νόμο, χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, στις 23 Ιουλίου 1965. Η Βρετανία και η Τουρκία, ως εγγυήτριες δυνάμεις, έκαναν διάβημα στο Υπουργείο Εξωτερικών της Κ.Δ. για την αναθεώρηση του εκλογικού νόμου, κατά παράβαση του συντάγματος. Η κυβέρνηση απάντησε πως "δεν μπορούσε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να συνδράμει με οποιοδήποτε τρόπο προς την αποκατάσταση των συνθηκών που επικρατούσαν πριν το Δεκέμβριο του 1963".

 

Στις 11 Οκτωβρίου 1965 η κυβέρνηση της Κύπρου υπέβαλε στο γενικό γραμματέα Ου Θαντ ένα έγγραφο "Διακήρυξης προθέσεων για τα μειονοτικά δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων". Στο έγγραφο αυτό συγκεκριμενοποιήθηκε η πολιτική της ελληνοκυπριακής πλευράς για μονομερή κατάργηση του δικοινοτικού χαρακτήρα του κράτους και αναλαμβανόταν η δέσμευση για σεβασμό των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων ως μειονότητας.

 

Εκλογές του 1968

 

Η θητεία του Μακαρίου παρατεινόταν μέχρι το 1968, όταν αποφασίστηκε η διεξαγωγή προεδρικών εκλογών. Εμμένοντας στην ισχύ του Συντάγματος, οι Τουρκοκύπριοι προκήρυξαν, μονομερώς, παράλληλες εκλογές για την ανάδειξη αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, την ίδια ημερομηνία με τις προεδρικές εκλογές. Ο Φαζίλ Κουτσιούκ ήταν ο μόνος υποψήφιος και ανακηρύχθηκε αντιπρόεδρος χωρίς εκλογές. Ο Μακάριος κέρδισε τον Ευδόκα με 95,45%, έναντι 3,71%.

 

Δύο μέρες πριν από τις εκλογές, ο αντιπρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Ορχάν Μαντερίσογλου, έστειλε επιστολή στον πρόεδρο του Σώματος Γλαύκο Κληρίδη, ζητώντας του να καλέσει συνεδρία της Βουλής στην οποία να παραστούν και οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές, για να δώσουν μαζί τη διαβεβαίωση, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Συντάγματος.

 

Ακολούθως, ο Κουτσιούκ έστειλε γράμμα στον Μακάριο και του ζήτησε να εφαρμόσει το άρθρο 46 (3) του συντάγματος και να διορίσει τρεις Τουρκοκύπριους υπουργούς. Εξέφρασε την προθυμία να του προτείνει ονόματα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του συντάγματος.

 

Στις 29 Φεβρουαρίου 1968 συνήλθε η Βουλή, χωρίς τους Τουρκοκύπριους, και ο Μακάριος έδωσε τη νενομισμένη διαβεβαίωση ενώπιον των Ελληνοκυπρίων βουλευτών. Ο Κουτσιούκ εξέφρασε δημόσια τη λύπη του για τη μη ανταπόκριση των Ελληνοκυπρίων στην πρότασή του να δώσουν μαζί με τον Μακάριο τη νενομισμένη διαβεβαίωση, κάτι που θα συνιστούσε "κίνηση καλής θέλησης και γνήσιας βούλησης εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων ηγετών να σεβαστούν τα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας".

 

Η ελληνοκυπριακή πλειοψηφία δεν ανταποκρίθηκε στην έκκληση, καθότι είχε καταργήσει μονομερώς τις διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονταν στο δικοινοτικό χαρακτήρα του κράτους. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Μ. Χριστοδούλου δήλωσε ότι εκλογές δεν προκηρύσσονται από κοινότητες ή ομάδες πολιτών αλλά από το κράτος και διεξάγονται μέσω του κρατικού μηχανισμού. Ως εκ τούτου η εκλογή του Κουτσιούκ στην αντιπροεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν είχε για την ελληνοκυπριακή πλειοψηφία καμιά αξία. Η απάντηση των Τουρκοκυπρίων ήταν πως από τη στιγμή που οι Ελληνοκύπριοι ενεργούσαν μονομερώς και κατά παράβαση του άρθρου 39 (1) του Συντάγματος, οι εκλογές για την αντιπροεδρία είχαν τόση εγκυρότητα όση και οι εκλογές για την προεδρία.

 

Στερνή μου γνώση

 

Από το 1964 μέχρι το 1974 ο Μακάριος δεν αναγνώριζε τη δικοινοτικότητα του συντάγματος και θεωρούσε τα άρθρα του που αφορούσαν τη συμμετοχή της τουρκοκυπριακής κοινότητας στις δομές του κράτους ανεφάρμοστα.

 

Στις 23 Ιουλίου 1974, όταν η Τουρκία είχε ήδη εισβάλει στην Κύπρο, ο Μακάριος από τη Νέα Υόρκη όπου βρισκόταν αυτοεξόριστος, έστειλε μέσω του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, τις εξής οδηγίες στον Κληρίδη:

 

Να επιδιώξει συνάντηση με τον Ραούφ Ντενκτάς μέσω του μόνιμου αντιπροσώπου του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο και να του εισηγηθεί την άμεση εφαρμογή της Ζυρίχης, συμπεριλαμβανομένων και των προνοιών του συντάγματος και την επιστροφή στις θέσεις τους του Τούρκου αντιπροέδρου, των υπουργών, των μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, των αστυνομικών και των δημοσίων υπαλλήλων.

 

Ο Κληρίδης ζήτησε και συναντήθηκε αυθημερόν με τον Ντενκτάς, στην επίσημη κατοικία του αντιπροέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον τουρκικό τομέα της Λευκωσίας. Τον Κληρίδη συνόδευε ο αντιπρόσωπος του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο Μουνιόζ Βέκμαν και ο διοικητής της UNFICYP στρατηγός Πρεμ Τσαντ.

 

Ο Ντενκτάς, αφού άκουσε την πρόταση του Κληρίδη, του απάντησε πως αυτό ήταν θέμα που έπρεπε να συζητήσει με την τουρκική κυβέρνηση. Του είπε ότι θα πήγαινε με ελικόπτερο στην Άγκυρα, και σε διάστημα 3-4 ημερών θα του απαντούσε. O Ντενκτάς έδωσε την απάντησή του μέσω του αντιπροσώπου του γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, λέγοντας πως "η τουρκική κυβέρνηση δεν μπορούσε να εξετάσει θέμα επιστροφής στις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου", τις οποίες "για δέκα χρόνια οι Ελληνοκύπριοι αρνούνταν να εφαρμόσουν (...) με τον ισχυρισμό ότι ήταν ανεφάρμοστες"...


Μακάριος Δρουσιώτης

Πολίτης

28/09/2008

© Copyright: Μακαριος Δρουσιώτης  |  δημοσιογράφος, συγγραφέας

Πάνω Πίσω Ευκολη Εκτύπωση Εξειδικευμένη Αναζήτηση Επικοινωνία Αρχική Σελίδα