• Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

Άρθρα | Εξωτερική Πολιτική

Αμερικανικό σχέδιο για ελληνοτουρκική επέμβαση στην Κύπρο

Όταν τον Φεβρουάριο του 1964 η πρωτοβουλία του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών Τζορτζ Μπολ να πείσει τον Μακάριο να αποδεχτεί δύναμη του ΝΑΤΟ στην Κύπρο έβαινε προς αποτυχία, ο τελευταίος προσπάθησε να εφαρμόσει ένα εναλλακτικό σενάριο. Κι αυτό ήταν μια κοινή ελληνοτουρκική επέμβαση στο νησί. Την πληροφορία για τα σχέδια του Μπολ διαβίβασε στο Λονδίνο ο αναπληρωτής ύπατος αρμοστής της Βρετανίας στη Λευκωσία Σιριλ Πίκαρντ, ο οποίος συμμετείχε στις συνομιλίες Μπολ - Μακαρίου. Σε σημείωμά του προς το Λονδίνο, ο Πίκαρντ, αναφέρθηκε σε διευθετήσεις με τους Έλληνες και τους Τούρκους, σύμφωνα με τις οποίες οι δύο χώρες θα αποβίβαζαν μεγάλες δυνάμεις με σκοπό να ειρηνεύουν αυτό το ταραγμένο νησί. Όπως γράφει ο Πίκαρντ ο Μπολ θεωρεί πιθανή μια τέτοια ενέργεια και στην περίπτωση που οι συνομιλίες καταρρεύσουν θα γυρίσει πίσω μέσω Αθηνών και Άγκυρας ειδικά για τον σκοπό αυτό.

 

 

Ο Μπολ προετοιμάζει κοινή ελληνοτουρκική επέμβαση στην Κύπρο πίσω από τις πλάτες των Βρετανών, οι οποίοι γίνονται έξω φρενών και στέλνουν τελεσίγραφο στις ΗΠΑ: Να μη λεχθεί τίποτα στην Ελλάδα και την Τουρκία, το οποίο μπορεί έστω και αμυδρά, να αφήνει την εντύπωση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία σκέφτονται κοινή ελληνοτουρκική επέμβαση.

Στο θέμα αυτό αναφέρθηκε και ο ίδιος ο Μπολ σε σημείωμα που απέστειλε στην Ουάσιγκτον, μετά το αδιέξοδο των συνομιλιών του με τον Μακάριο. Ο Μπολ έγραψε στην Ουάσιγκτον ότι θα επισκεπτόταν την Άγκυρα και την Αθήνα και θα καλούσε τις δύο κυβερνήσεις σε αυτοσυγκράτηση, μέχρι να αναπτυχθεί μια «νέα επιχείρηση» και αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε "περαιτέρω σχεδιασμό πιθανής κοινής ελληνοτουρκικής επέμβασης στην Κύπρο.

 

Ήταν τώρα η σειρά της Βρετανίας να ζητήσει εξηγήσεις από τις ΗΠΑ για την πολιτική της στο Κυπριακό. Οι Άγγλοι θεώρησαν ότι οι Αμερικανοί έπαιζαν παιχνίδια εις βάρος τους και αντιτάχθηκαν έντονα σε ελληνοτουρκική επέμβαση στην Κύπρο. Ο Σαντς κάλεσε επειγόντως στο γραφείο του στο Λονδίνο τον πρέσβη των ΗΠΑ στο Λονδίνο και του ζήτησε εξηγήσεις για το τι σημαίνει η αναφορά του Μπολ "σε κοινή ελληνοτουρκική επέμβαση". Ο πρέσβης του απάντησε πως δεν ήταν σε θέση να τον διαφωτίσει περισσότερο και ανέλαβε να διαβουλευτεί με την Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με αναφορά του αμερικανού πρέσβη στο Λονδίνο προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ο Σαντς εξέφρασε τη δυσφορία του για τις μονομερείς πρωτοβουλίες των Ηνωμένων Πολιτειών: "Η κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητας εκτιμά βαθιά τη βοήθεια και τη συνεργασία της κυβέρνησης των ΗΠΑ, αλλά δεν μπορεί να αφήσει τις πρωτοβουλίες να ξεφύγουν εντελώς από τα χέρια της. Δεν πρέπει να υπάρξουν νέες πρωτοβουλίες εκτός κι αν αναληφθούν εντελώς από κοινού". Εάν ο Μπολ επισκεφθεί την Αθήνα και την Άγκυρα, είπε ο Σαντς στον πρέσβη των ΗΠΑ, "ο Βρετανός πρέσβης πρέπει να είναι παρών στις συνομιλίες" Στη συνέχεια ο Σαντς διαβίβασε στον Μπολ τη σαφή προειδοποίηση. "Η κυβέρνηση της Αυτής Μεγαλειότητας δεν είναι διατεθειμένη να τοποθετηθεί στο ίδιο τσουβάλι με τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας και να κοροϊδεύεται. Η κυβέρνησης της Αυτής Μεγαλειότητας πρέπει να είναι πλήρως αναμιγμένη και όλες οι πρωτοβουλίες πρέπει να συζητηθούν από κοινού". Ταυτόχρονα, το υπουργείο Κοινοπολιτειακών σχέσεων της Βρετανίας έστειλε οδηγία τον αναπληρωτή ύπατο αρμοστή στη Λευκωσία Πικαρντ "να εκφράσει την έντονη άποψή του προς τον Μπολ να μη λεχθεί τίποτα στην Ελλάδα και την Τουρκία το οποίο μπορεί, έστω και αμυδρά, να αφήνει την εντύπωση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία σκέφτονται κοινή ελληνοτουρκική επέμβαση.

 

Προς το Σ. Ασφαλείας

 

Παρά τη δυναμική ανάμιξη των Ηνωμένων Πολιτειών στο Κυπριακό, στα μέσα Φεβρουαρίου 1964 το πρόβλημα βρισκόταν στο σημείο που ήταν την 1η Ιανουαρίου, όταν ο Μακάριος πήρε την πρωτοβουλία να καταγγείλει τις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Οι επίμονες προσπάθειες των ΗΠΑ για αποστολή στην Κύπρο Νατοϊκής ειρηνευτικής δύναμης απέτυχαν. Την ίδια τύχη είχαν και τα σενάρια του Τζορτζ Μπολ για κοινή ελληνοτουρκική επέμβαση στην Κύπρο, λόγω των αντιδράσεων της Βρετανίας, η οποία ένιωθε να απειλείται η δική της επιρροή στο νησί. Οι απόπειρες της Τουρκίας για μονομερή επέμβαση ήταν επίσης αναποτελεσματικές, λόγω κυρίως των παρεμβάσεων της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και του κινδύνου να ξεσπάσει ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος. Από τις 26 Δεκεμβρίου 1963, όταν η Τουρκία απείλησε με εισβολή μετά από τις διακοινοτικές συγκρούσεις στο νησί, η Κύπρος είχε ζητήσει τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η συζήτηση στο Συμβούλιο αναβλήθηκε, λόγω της πενταμερούς διάσκεψης του Λονδίνου και της αγγλοαμερικανικής πρωτοβουλίας που ακολούθησε. Μετά από το αδιέξοδο που υπήρξε στο σχέδιο για κάθοδο στην Κύπρο Νατοϊκής ειρηνευτικής δύναμης, ο Μακάριος προετοιμαζόταν, το τέλος Φεβρουαρίου, να ζητήσει εκ νέου τη συζήτηση του Κυπριακού στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Σκοπός του ήταν να αξιοποιήσει την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης και να διεκδικήσει μέσα από αυτή τη διαδικασία καταγγελία των Συνθηκών.

 

Τρικλοποδιά στον Μακάριο

 

Οι ΗΠΑ και η Βρετανία, παρά τους ανταγωνισμούς που είχαν μεταξύ τους, συνέχισαν να συνεργάζονται για να κρατήσουν την Κύπρο κάτω από τον έλεγχο των εγγυητριών δυνάμεων και να ανακόψουν τον κίνδυνο κομμουνιστικής επιρροής. Οι Βρετανοί ενδιαφέρονταν, κυρίως, για τις βάσεις τους και οι Αμερικανοί για τα δικαιώματα της Τουρκίας στο νησί. Στις 12 και 13 Φεβρουαρίου έγινε σύσκεψη αντιπροσωπειών των ΗΠΑ και της Βρετανίας στον Λευκό Οίκο, κατά την οποία συζητήθηκαν τα επόμενα βήματα, ενόψει της πρόθεσης του Μακαρίου να προσφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Στις 14 Φεβρουαρίου ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ντιν Ράσκ ενημέρωνε σε συνομιλία που είχε μέσω τηλετύπου με τον υφυπουργό Εξωτερικών Τζορτζ Μπολ, ο οποίος βρισκόταν στην Άγκυρα, ότι οι ΗΠΑ και η Βρετανία συμφώνησαν να αποστείλει η τελευταία επιστολή στον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, με την οποία να ενημερώνει τα μέλη του για την κατάσταση στην Κύπρο και να προετοιμάσει το έδαφος για τη σύγκληση του Συμβουλίου.

 

Όπως φαίνεται από τα πρακτικά της συνδιάλεξης μεταξύ Μπολ και Ρασκ οι Αγγλοαμερικανοί αναζητούσαν τρόπους για να μπλοκάρουν την επίδοξη πρωτοβουλία του Μακαρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας και να αποδείξουν μια για πάντα ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υποσκάψει τη Συνθήκη Εγγυήσεως. Όπως είπε ο Ρασκ στον Μπολ , σκοπός μας είναι την κατάλληλη στιγμή να προκαταλάβουμε τον Μακάριο, αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία στη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

 

Καθησυχάζεται η Τουρκία

 

 

Ντιν Ρασκ: Μπορείτε να διαβεβαιώσετε τους Τούρκους ότι δεν θα επιτρέψουμε την έγκριση οποιουδήποτε ψηφίσματος που θα υπονομεύει τη συνθήκη Εγγυήσεως.

Το πρόβλημα, ωστόσο, ήταν η Τουρκία η οποία θα θεωρούσε την πρωτοβουλία των Βρετανών ως άλλη μια συμπαιγνία με τους Έλληνες. Οι Αμερικανοί έσπευσαν να δώσουν διαβεβαιώσεις προς την Άγκυρα ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει στην πολιτική τους και ότι η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας ήταν κίνηση τακτικής. "Μπορείτε να διαβεβαιώσετε τους Τούρκους", έγραφε σε σημείωμα του ο Ρασκ προς τον πρέσβη στην Άγκυρα, "ότι θα προστατεύσουμε πλήρως τα συμφέροντα τους στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ότι δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα από μία τέτοια συζήτηση και ότι θα είναι σε χειρότερη θέση ενώπιον της κοινής γνώμης εάν κινηθούν κατά της Κύπρου, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες για αποκατάσταση της ασφάλειας στο νησί. Μπορείτε να τους διαβεβαιώσετε ότι δεν θα επιτρέψουμε την έγκριση οποιουδήποτε ψηφίσματος που θα υπονομεύει τη συνθήκη Εγγυήσεως". Στο ίδιο τηλεγράφημα δόθηκαν οδηγίες στον πρέσβη, για την επιχειρηματολογία που θα χρησιμοποιούσε, στη συζήτηση που θα είχε με τους Τούρκους: "Εάν οι Τούρκοι μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια μπορούμε να μετατρέψουμε το ζήτημα της ανάμιξης των Ηνωμένων Εθνών στο Κυπριακό σε ένα εργαλείο για να χρησιμοποιηθεί κατά του Μακαρίου. Εάν οι Τούρκοι αντιδράσουν υπερβολικά, τότε τα Ηνωμένα Έθνη θα γίνουν ένα εργαλείο που θα τους εμποδίζει.

 

Ο εκατέρωθεν συμβιβασμός

 

Στις 15 Φεβρουαρίου η Βρετανία έστειλε επιστολή στον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, και τον καλούσε να συγκαλέσει το σώμα για να συζητήσει την εσωτερική κατάσταση στην Κύπρο, λόγω της κρίσης στις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. "Ο κίνδυνος μπορεί να εκλείψει χωρίς να παραβιασθούν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δύο κοινοτήτων, της κυβέρνησης της Κύπρου και των κυβερνήσεων που υπογράφουν τη συνθήκη Εγγυήσεως, ανέφερε η επιστολή. Από την πιο πάνω αναφορά φαίνεται ξεκάθαρα η πρόθεση της Βρετανίας να μετατοπίσει τη συζήτηση στο Συμβούλιο Ασφαλείας από το αίτημα του Μακαρίου για καταγγελία των Συνθηκών σε επιβεβαίωση της ισχύς τους. Ακολούθησε ένα σκληρό παζάρι στα παρασκήνια με συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ που είχε ως αποτέλεσμα ένα συμβιβαστικό ψήφισμα που ικανοποιούσε όλες τις πλευρές. Στις 4 Μαρτίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας, ενέκρινε ομόφωνα το ψήφισμα 186. Με το ψήφισμά αυτό το Συμβούλιο Ασφαλείας υπενθύμιζε στα μέλη του τις υποχρεώσεις τους, βάσει του καταστατικού χάρτη του διεθνούς οργανισμού και τα καλούσε να μην καταφύγουν στην απειλή ή στη χρήση βίας εναντίον της ακεραιότητας της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους μέλους. Το ψήφισμα καλούσε την κυβέρνηση της Κύπρου να λάβει όλα τα επιπρόσθετα και απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό της βίας και της αιματοχυσίας στην Κύπρο και ζητήθηκε η δημιουργία ειρηνευτικής δύναμης των Ηνωμένων Εθνών με τη συναίνεση της κυβέρνησης της Κύπρου, η σύνθεση της οποίας θα καθοριζόταν από το γενικό γραμματέα και με διοικητή που θα ήταν υπόλογος σε αυτόν. Σε άλλη παράγραφο του ψηφίσματος συστηνόταν, επίσης, ο διορισμός μεσολαβητή σε συμφωνία με την κυβέρνηση της Κύπρου, της Αγγλίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας, με σκοπό την αναζήτηση λύση, στη βάση των αρχών του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

 

Το ψήφισμα 186 ήταν το πρώτο που εκδόθηκε για την Κύπρο μετά τα γεγονότα του 1963 και θεωρήθηκε ως θρίαμβος του Μακαρίου, αφού οι Αγγλοαμερικανοί υποχρεώθηκαν σε συμβιβαστικούς όρους, τους οποίους θεωρούσαν αδιανόητους όταν προσπαθούσαν να επιβάλουν το δικό τους σχέδιο για Νατοϊκή ειρηνευτική δύναμη στην Κύπρο. Το ψήφισμα 168 ήταν, όμως, και μια ήττα για τον Μακάριο, ο οποίος δεν πέτυχε να καταγγείλει τις Συνθήκες μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αντιθέτως, το Συμβούλιο επιβεβαίωνε την πλήρη ισχύ των Συνθηκών. Ήταν, ωστόσο, σημαντικό, το γεγονός ότι στη βάση αυτού του ψηφίσματος στηρίζεται μέχρι σήμερα η διεθνής αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά την αποχώρηση από την κυβέρνηση των εκπροσώπων των Τουρκοκυπρίων.

 

Με το ψήφισμα αυτό εγκρίθηκε η αποστολή της ΟΥΝΦΙΚΥΠ στο νησί για περίοδο τριών μηνών. Ύστερα από δύο τρίμηνες ανανεώσεις, η θητείας της δύναμης ανανεώνεται μέχρι σήμερα ανά εξάμηνο με την επανάληψη του ψηφίσματος 186, το οποίο θεωρείται ως επιβεβαίωση της διεθνούς αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Το ψήφισμα 186 αποτελεί κατά τον Ντενκτάς το «μεγάλο λάθος» της διεθνούς κοινότητας και θεωρείται ως το τελευταίο εμπόδιο στην αναγνώριση των κατεχομένων ως ξεχωριστής πολιτειακής οντότητας. Τα τελευταία δύο χρόνια ο Ντενκτάς ανέλαβε εκστρατεία να αχρηστεύσει αυτό το ψήφισμα και διεκδικεί ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ του ψευδοκράτους και των Ηνωμένων Εθνών. Είναι στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής που δημιουργήθηκε πρόσφατα το πρόβλημα με το λεγόμενο «addendum», καθώς και τα περιοριστικά μέτρα στη διακίνηση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, με αποκορύφωμα το περιστατικό στα Στροβίλια.


Μακάριος Δρουσιώτης

23/07/2000