• Τρίτη 28 Ιουνίου 2022

Στήλες | Γεύση από Λευκωσία

Εμεινε ακέφαλο στα δέκατα γενέθλιά του το Πανεπιστήμιο

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ συμπληρώνει φέτος μια δεκαετία ζωής από τότε που δέχτηκε τους πρώτους φοιτητές του. Κι ενώ προετοιμάζεται να εορτάσει τα 10χρονα λειτουργίας του, παρέμεινε ακέφαλο, λόγω της παραίτησης του πρύτανη Νικόλα Παπαμιχαήλ. Η παραίτηση του πρύτανη είναι το αποκορύφωμα διαμάχης του ακαδημαϊκού προσωπικού με τη Βουλή των Αντιπροσώπων στο ζήτημα του ποσοστού εκπροσώπησης των φοιτητών στα συμβούλια των τμημάτων. Η Βουλή ψήφισε ομόφωνα νόμο για συμμετοχή των φοιτητών στα τμήματα σε ποσοστό 25%, σε αντίθεση με 20% που ήταν ο ύστατος συμβιβασμός που αποδεχόταν το Πανεπιστήμιο.

 

Η ΒΟΥΛΗ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΕΙ την παραίτηση του πρύτανη ακραία πράξη εκδήλωσης της διαφωνίας του και θεωρεί ότι με το νέο νόμο διευρύνει τη δημοκρατία στους θεσμούς του Πανεπιστημίου. Αντιθέτως, η Σύγκλητος διαβλέπει πρόθεση των κομμάτων για ακόμη μεγαλύτερη διείσδυση στις αρχές του Πανεπιστημίου, μέσω των κομματικών φοιτητικών παρατάξεων, και συγκεκριμένα επηρεασμό των πρυτανικών εκλογών.

 

ΑΝ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΟΡΑ στο ποσοστό συμμετοχής των φοιτητών στα τμήματα είναι πολύ μικρή για να προκαλέσει μια τόσο σοβαρή κρίση, οι αρχές του Πανεπιστημίου θεωρούν πως με την απόφαση αυτή της Βουλής ξεχείλισε το ποτήρι. Πολιτεία και πανεπιστημιακές αρχές βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση από την πρώτη μέρα ίδρυσης του Πανεπιστημίου. Με τους πανεπιστημιακούς να διεκδικούν απεριόριστη ακαδημαϊκή και διοικητική ελευθερία και τα κόμματα και την κυβέρνηση να αντικρίζουν το Πανεπιστήμιο ως άλλον ένα δημόσιο οργανισμό, τον οποίο θα έχουν την ευχέρεια να χρησιμοποιούν στην προσπάθειά τους να διευρύνουν τα ερείσματά τους στην κοινωνία.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ , η μάχη για τον έλεγχο του Πανεπιστημίου άρχισε τουλάχιστον μια δεκαετία πριν από την έναρξη λειτουργίας του. Το Πανεπιστήμιο, όπως σχεδόν όλα στην Κύπρο, δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την «κατάρα» του Κυπριακού. Εγιναν ατέλειωτες συζητήσεις και γράφτηκαν αμέτρητα άρθρα για το λεγόμενο χαρακτήρα του. Αν, δηλαδή, θα έπρεπε να ήταν δικοινοτικό για να εξυπηρετεί Ελληνες και Τούρκους ή εθνικό ελληνικό. Συναφές με το χαρακτήρα του Πανεπιστημίου ήταν και το μέγα ζήτημα της γλώσσας. Οι «νεοκύπριοι» το ήθελαν αγγλόφωνο και οι «εθνικόφρονες» ελληνόφωνο. Υπήρξαν βεβαίως και πιο ισορροπημένες απόψεις που ελάχιστα λήφθηκαν υπόψη. Απόψεις που ήθελαν το Πανεπιστήμιο χωρίς ταμπέλες και προδιαγεγραμμένους στόχους άλλους από το να είναι ένα ελεύθερο, ανοιχτόμυαλο και χωρίς προκαταλήψεις ακαδημαϊκό ίδρυμα που θα παρέμβαινε καταλυτικά στην κοινωνία και θα στήριζε τους φθαρμένους θεσμούς.

 

ΤΕΛΙΚΑ, ΙΔΡΥΘΗΚΕ ένα πανεπιστήμιο, αποτέλεσμα χίλιων δυο συμβιβασμών, που περικλείει όλες τις αντιφάσεις της κυπριακής πραγματικότητας. Εχει καθηγητές που δίνουν μάχη για την ακαδημαϊκή ελευθερία ενώ ταυτόχρονα είναι βραχυκυκλωμένοι από προσωπικά και κομματικά συμφέροντα. Με υψηλές ακαδημαϊκές επιδόσεις και αυστηρό σύστημα αξιολόγησης των σπουδαστών, αλλά και με φοιτητές χωρίς φοιτητική κουλτούρα, οι οποίοι επί το πλείστον συμπεριφέρονται σαν ώριμοι μαθητές Λυκείου. Ενα Πανεπιστήμιο που δεν έκαμε καθόλου αισθητή την παρουσία του στην κοινωνία και απέτυχε να αποσπάσει την εκτίμησή της, πέραν του ότι παράγει καλά καταρτισμένους διδασκάλους, που αποτελούν το 40% των φοιτητών του...


Μακάριος Δρουσιώτης

Ελευθεροτυπία

19/06/2002