• Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2022

Η πρώτη διχοτόμηση | Είπαν ή έγραψαν

Οι κοινωνικές αντιλήψεις - στάσεις - στερεότυπα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959 είχαν όπως είναι γνωστό ως αποτέλεσμα την ανακήρυξη της Ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960. Οι δικοινοτικές ταραχές όμως το Δεκέμβριο του 1963, με αφορμή την εισήγηση του Προέδρου της Κύπρου, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, για τροποποίηση 13 σημείων του Συντάγματος, οδήγησαν στην κατάρρευση του όλου οικοδομήματος...

 

Το 1964, η Κυπριακή Δημοκρατία ως δικοινοτικό κράτος, όπως αυτό προβλεπόταν από το Σύνταγμα του 1960, ουσιαστικά έπαψε να υφίσταται (βλ. ¨πρώτη διχοτόμηση Κύπρος 1963-1964¨ - Μακάριος Δρουσιώτης).

 

Το αποτέλεσμα που επήλθε στην κυπριακή κοινωνία της περιόδου αυτής, ήταν η δημιουργία ενός βασικά ελληνοκυπριακού κράτους από τη μία και η συνεχής προσπάθεια για δημιουργία ενός τουρκοκυπριακού κράτους από την άλλη. Ο προαιώνιος και αλυτρωτικός πόθος των Ελλήνων Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα δεν εκπληρώνεται ποτέ.

 

Το τέλος δηλαδή του ένδοξου έπους του 55'-59' οδήγησε σε μία "κουτσουρεμένη ανεξαρτησία" αντί της ενώσεως, αφού οι Συμφωνίες προέβλεπαν καθαρά την ίδρυση ενός καθ'όλα συνεταιρικού δικοινοτικού ελληνοτουρκικού κράτους, καθώς τα άρθρα του Συντάγματος διασφάλιζαν και κατοχύρωναν το δικοινοτικό χαρακτήρα του νεοσύστατου Κράτους και μάλιστα τα ποσοστά συμμετοχής των Τουρκοκυπρίων στη διοίκηση ονομάστηκαν θεμελιώδη και δεν μπορούσαν μάλιστα να υποστούν οποιαδήποτε τροποποίηση.

 

Η στυγνή πραγματικότητα και η υπό διαμόρφωση de facto κατάσταση ήταν ότι στη νέα τάξη πραγμάτων του ανεξάρτητου κράτους είχαμε ένα ξενόφερτο δοτό Σύνταγμα κι όχι ένα Σύνταγμα που να πήγαζε μέσα από την κουλτούρα, τις συνήθειες - ιδιαιτερότητες και τις πραγματικές ανάγκες της κυπριακής κοινωνίας - της πολιτείας. Τελικά η Κύπρος από βρετανική αποικία (εξασφαλίζοντας κυριαρχικά δικαιώματα) μετατρέπεται επίσης και σε ελληνοτουρκικό προτεκτοράτο.

 

Συνταγματικά λοιπόν και κατοχυρωμένα στη σύσταση και λειτουργία του νεοϊδρυθέντος κράτους, το κύριο συστατικό στοιχείο (όπως τονίστηκε και προηγουμένως) ήταν η σχέση συνύπαρξης-συμβίωσης μεταξύ δύο ισότιμων κοινοτήτων κι όχι οποιαδήποτε άλλη, όπως αυτής της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας... αυτό το γεγονός όταν έγινε αντιληπτό και πλήρως κατανοητό από την ελληνοκυπριακή πλευρά εκλήφθηκε ως αδικία η οποία δεν εκπλήρωνε το διακαή πόθο της, με αποτέλεσμα την αναζωπύρωση του πόθου της ένωσης άμεσα και επιτακτικά!

 

Υπήρξαν διάφορες προσπάθειες και πρωτοβουλίες εκ των υστέρων (μετά τα τραγικά γεγονότα του ΄63) για κατάλυση των διαφόρων ανασταλτικών παραγόντων που υπήρξαν (κι εξακολουθούν να υφίστανται) μέσα σε μία κοινωνία που διακρινόταν από δομικά και θεσμικά ελλείμματα, τα οποία απορρέουν από την εποχή της βρετανικής αποικιοκρατίας (1878-1959).

 

Τα ελλείμματα της κυπριακής κοινωνίας αποδίδονται στο ότι δεν είχε τη δυνατότητα να ακολουθήσει όλα τα στάδια μεταβολής από την παραδοσιακή κοινωνία στη βιομηχανική - νεωτεριστική κοινωνία. Αυτό εστιάζεται στο ιστορικό γεγονός ότι οι θεσμοί κοινωνικής οργάνωσης δεν υπήρξαν απόρροια ενός κοινωνικού γίγνεσθαι, αλλά ήταν "δοτοί", μεταμοσχευμένοι.

 

Δεν μπορούσε υπό τις δεδομένες συνθήκες να υπάρξει αλληλοκατανόηση και αλληλοσυνεννόηση των δύο κοινοτήτων, εξ' ού και η τραγική κατάληξη που είχαμε με τη βίαιη τουρκική εισβολή στο νησί το 1974.

 

Παρόλη την καταστροφή σε διάφορους τομείς της κυπριακής κοινωνίας, που επέφεραν τα τραγικά συνεπακόλουθα της τουρκικής εισβολής, η κυπριακή κοινωνία περιμάζεψε την "αξιοπρέπεια" που της είχε εναπομείνει και ακολούθησε μία πορεία εκσυγχρονισμού και εναρμόνισης με τα ισχύοντα σε αναπτυγμένες νεωτεριστικές κοινωνίες.

 

Η προσπάθεια για εναρμόνιση συνέβαλε στην επιτάχυνση του μετασχηματισμού της κυπριακής κοινωνίας από παραδοσιακή σε νεωτεριστική. Με τον τρόπο αυτό καθίσταται η πρώτη χώρα κράτος-μέλος με άλυτο το πολιτικό της πρόβλημα, της διαίρεσης και της απόσχισης της τουρκοκυπριακής πλευράς από τη νόμιμη και ανεγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία.

 

Θα ήταν φρόνιμο και σοφό μέσα από τα διάφορα λάθη, βεβιασμένες κινήσεις και αβλεψίες, η κάθε κοινωνία - η κάθε πλευρά, να είναι πιο προσεκτική στο μέλλον για αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων και συνθηκών που βίωσε η κυπριακή κοινωνία από τη δεκαετία του ΄60 και εντεύθεν, με όλα τα τραγικά για όλους συνεπακόλουθα.

 

Πρέπει επιτέλους να αντιληφθεί η κάθε πλευρά τις φοβίες και τις ανησυχίες της άλλης, πρέπει να περιορίσουμε τις αντιλήψεις/προκαταλήψεις που έχει η μία πλευρά για την άλλη, ούτως ώστε να μπορεί να βρεθεί μία συμβιβαστική φόρμουλα και μία κοινή συνισταμένη αλληλοκατανόησης και συναντίληψης με απώτερο σκοπό την ειρηνική συνύπαρξή τους!

 

Μερικές ελληνοκυπριακές αντιλήψεις που υπήρχαν κι ακόμη εξακολουθούν να υπάρχουν:

  1. Οι Τουρκοκύπριοι που αποτελούν τη μειοψηφία του 18% άδικα και λανθασμένα κατέκτησαν ειδικά και κατοχυρωμένα προνόμια στην Κυπριακή Δημοκρατία. Παραβλέπεται και παρερμηνεύεται η δικοινοτικότητα της δοτής ανεξάρτητης κυπριακής κοινωνίας.
  2. Οι Τουρκοκύπριοι δεν μπορούσαν να είχαν δική τους ελεύθερη βούληση, αλλά ήταν πάντοτε καθοδηγημένοι από την Άγκυρα, οι δε ηγέτες τους φερέφωνα και εγκάθετοι του κατεστημένου της Τουρκίας, του παλιού κυρίαρχου του αιώνιου εχθρού. Πρώτιστα το αντίπαλο μέρος, ο εχθρός, είναι η χώρα Τουρκία-Τούρκοι και κατά δεύτερο λόγο οι Τούρκοι της Κύπρου.
  3. Ο σκοπός των τουρκικών στρατευμάτων και η εσαεί παραμονή τους στο βόρειο τμήμα της κατεχόμενης Κύπρου ήταν και παραμένει να είναι η παγίωση της de facto εισβολής και ότι μακρύτερος σκοπός ακόμη είναι η κατάκτηση ολόκληρης της κυπριακής επικράτειας της Δημοκρατίας άμεσα ή έμμεσα.
  4. Οι Τουρκοκύπριοι ήσαν και εξακολουθούν να είναι βασικά ικανοποιημένοι με το status quo που επιβλήθηκε στη Νήσο και ότι ουσιαστικά αξιοποιείται η πολιτική της συνύπαρξης του "πλάι-πλάι" και των σχέσεων περί ισότητας δύο "κρατών" στην κοινή πατρίδα. Επίσης, ο χρόνος εργάζεται ουσιαστικά εναντίον της ελληνοκυπριακής πλευράς και ότι το δίκαιο της υπόθεσης από τα τραγικά τετελεσμένα κινδυνεύει να καταστεί μονάχα νομικό σημείωμα στα διάφορα κέντρα επιρροής και λήψης αποφάσεων.
  5. Οι έποικοι αλλοιώνουν την πληθυσμιακή δομή της κυπριακής κοινωνίας και οι γηγενείς Τουρκοκύπριοι συνεχώς μεταναστεύουν, αφού κατέστησαν μειονότητα στην ίδια τη δική τους πλευρά.

Αντίθετα, η αντίδραση των Τουρκοκυπρίων στις ίδιες αντιλήψεις ήταν ότι:

  1. Οι Ελληνοκύπριοι με την εισήγηση περί της τροποποίησης των 13 σημείων του Συντάγματος το 1963 ουσιαστικά καταργούν το ίδιο το επιβαλλόμενο Σύνταγμα, με αποτέλεσμα την αποστασιοποίηση και την καχυποψία των Τουρκοκυπρίων.
  2. Μετά τη δημιουργία "κράτους" (Νοέμβριος 1983) να έχουν αποκτήσει ελευθερία βουλήσεως και σχετική ανεξαρτησία από την Άγκυρα.
  3. Ότι σκοπός των τουρκικών στρατευμάτων είναι η διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των δύο μερών και ότι ο πραγματικός σκοπός των Ελληνοκυπρίων ήταν και παραμένει η ένωση με την Ελλάδα ή η επιστροφή στην κατάσταση πριν το 1974. Μόνο με την τουρκική στρατιωτική παρουσία νοιώθουν ασφαλείς, εφόσον μακροπρόθεσμα δεν βλέπουν ικανοποιητικές εγγυήσεις ασφάλειας.
  4. Ότι πράγματι ο χρόνος εργαζόταν υπέρ των Τουρκοκυπρίων, εφόσον κατοχύρωνε τα κεκτημένα με πιθανότητα μελλοντικής αναγνώρισης του καθεστώτος τους.
  5. Ότι μία μεγάλη μερίδα της τουρκοκυπριακής πλευράς (οι έποικοι) ήσαν εποχιακοί εργάτες ή Τουρκοκύπριοι μετανάστες.

Αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα, έπειτα από την αντιπαράθεση των ανάλογων αντιλήψεων - στάσεων - των δύο πλευρών, ότι η πλευρά που ενδιαφέρεται να υπάρξει πραγματικά μία δίκαιη και βιώσιμη λύση το συντομότερο δυνατό είναι η ελληνοκυπριακή πλευρά.

 

Είναι φυσικό και αναμένεται εκ των πραγμάτων ότι θα συνεχίσει να είναι η περισσότερο επιρρεπής και ευάλωτη σε πιέσεις και επηρεασμούς από διάφορα κέντρα χάραξης στρατηγικής (οι ΗΠΑ - Μ. Βρετανία - ΟΗΕ - ΕΕ).

 

Αυτό το γεγονός θα πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα και αποτελεσματικά από την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτως ώστε να αποβάλει την όποια σύγχυση ή διστακτικότητα μπορεί να περιέλθει στο εγγύς μέλλον.

 

Τέλος, πρέπει να καλλιεργηθεί στη δικιά μας κυρίως πλευρά, που σαν επίσημη εκφραστής της διατηρησιμότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η ειλικρινής στάση και οι αγαθές προθέσεις για αναβίωση και εμπέδωση της δικοινοτικότητας που πρέπει να διέπει το όποιο Σύνταγμα προσφερθεί στο άμεσο μέλλον στην Κυπριακή κοινωνία.

 

Τα λάθη και οι παραλείψεις του παρελθόντος οδήγησαν αναπόφευκτα στην επιβολή του όρου της Ομοσπονδίας (Συμφωνίες κορυφής Μακαρίου-Ντενκτάς 1977 και Κυπριανού-Ντενκτάς 1979) επιζητώντας να προσδιορίσουμε και να οριοθετήσουμε τον όρο της ομοσπονδίας για αποφυγή τυχόν παρερμηνειών, ας θυμηθούμε τους τρεις όρους που έθεσε ο John Stuart για μία βιώσιμη "Ομοσπονδία των Εθνοτήτων".

* Ο πρώτος είναι ο βαθμός αμοιβαίας συμπάθειας μεταξύ των πληθυσμών.

* Ο δεύτερος είναι ο βαθμός αμοιβαίας ανάγκης και

* Ο τρίτος είναι ότι δεν θα υπήρχε δυνατότητα η μία ομάδα να επικρατεί των άλλων


Ελευθέριος Αντωνίου, Οικονομολόγος

Πολίτης

28/07/2005